Οι ιστορίες μας ξεκινούν από τη Σοφία Μπεκατώρου. Από την κάθε Σοφία που βρήκε το θάρρος να καταγγείλει ένα συνταρακτικό γεγονός που είχε κρύψει μέσα της. Τέτοια συμβάντα δεν ξεχνιούνται ποτέ. Θάβονται βαθιά στο σκοτάδι και στην πρώτη ευκαιρία βγαίνουν. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου πόσο καιρό θα πάρει για να βγουν. Μπορεί δύο μέρες, μπορεί και τριάντα χρόνια. Αυτές είναι από τις ερωτήσεις που δεν πρέπει να γίνονται.
Η Σοφία ήταν και για μένα κινητήριος δύναμη. Η μαρτυρία της ήταν αρκετή για να ξεθάψει και το δικό μου βίωμα. Και της Ν., της Φ., της Μ. και τόσων άλλων γυναικών. Ας αρχίσουμε να μιλάμε, λοιπόν, μέχρι να μας ακούσουν και να μας πιστέψουν. Η εξομολόγησή μας δεν είναι θέαμα για κατανάλωση. Είναι καημός. Δεν είναι τίτλος για κίτρινες φυλλάδες. Είναι τραύμα που ζητάει επούλωση. Είναι κοινωνικό καρκίνωμα που χρήζει ίασης.
Τα θύματα στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν μιλάνε, προσπαθούν να απωθήσουν την πληγή. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτος, η άγνοια. Τα θύματα δεν γνωρίζουν πού να απευθυνθούν, ποιες πρέπει να είναι οι πρώτες τους κινήσεις. Επιπλέον, η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι αδίκημα που διώκεται αυτεπάγγελτα. Αυτό σημαίνει πως το θύμα πρέπει να επισκεφθεί εισαγγελέα, αστυνομική διεύθυνση, δικηγόρο και να περιγράψει το γεγονός ξανά και ξανά – μια δύσκολη και ψυχοφθόρα διαδικασία. Συχνά η οδυνηρή διαδικασία επαναλαμβάνεται ατέρμονα και αδιέξοδα!
Δεν είναι ψέμα πως πολλές περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης πραγματοποιούνται διότι ο κακοποιητής γνωρίζει πολύ καλά εκ των προτέρων πως το θύμα δεν θα μιλήσει για όλους τους παραπάνω λόγους. Και αν μιλήσει, είναι βέβαιο πως θα βρεθεί μπλεγμένο, ίσως και διωκόμενο από τον ίδιο τον θύτη. Επιπλέον, τα αδικήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική παρενόχληση ή την ασέλγεια, προκειμένου να αποδειχθούν στο ελληνικό -τουλάχιστον- δικαστήριο, απαιτούν τη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Τι να αποδείξεις λοιπόν πίσω από κλειδωμένες πόρτες;
Εφτασε η ώρα να συζητήσουμε πολύ σοβαρά μία αλλαγή στη νομοθεσία. Μία αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο που θα διευκολύνει τουλάχιστον τα θύματα, θα επιταχύνει τις διαδικασίες και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά προς τους κακοποιητές. Θα μπορούσαμε επίσης να θέσουμε την προοπτική δημιουργίας ενός παρατηρητηρίου που θα λειτουργεί, πρωτίστως, ως καταφύγιο σεξουαλικώς κακοποιημένων ατόμων. Ενός παρατηρητηρίου, όμως, που θα είναι ανεξάρτητο, χωρίς να εντέλλεται ή να υπόκειται στους περιορισμούς ανώτερης διοίκησης και που θα στελεχώνεται από εκπαιδευμένους/ες και καταρτισμένους/ες σε θέματα φύλου και ισότητας επιστήμονες.
Εξίσου σοβαρό ζήτημα είναι οι σχέσεις εξουσίας σε όλους τους επαγγελματικούς, εκπαιδευτικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους, που εκκολάπτουν φαινόμενα εκμετάλλευσης και επίδειξης ισχύος. Γιατί λείπουν η ισότητα και η αξιοκρατία, απαραίτητες έννοιες για να εξαλειφθούν τα παραπάνω; Πώς θα διαλύσουμε τις επί χρόνια εξουσιαστικές σχέσεις θυτών προς τα θύματά τους;
Τέλος, κάνοντας λόγο για τα θύματα, πρέπει να καταστεί σαφές και να αρχίσει επιτέλους η υποψία να γίνεται παραδοχή πως θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης είναι και τα δύο φύλα. Ασφαλώς, στη συντριπτική πλειονότητα είναι γυναίκες, όμως υπάρχουν και άντρες (ή/και θηλυκότητες) που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση, από άτομα είτε του ίδιου φύλου είτε διαφορετικού. Αραγε πόσοι από αυτούς θα τολμήσουν να το καταγγείλουν; Είναι η ελληνική κοινωνία έτοιμη να παραδεχτεί πως με τη σιωπή και την ανοχή της διατηρεί το φαινόμενο;
Ελπίζω οι παραπάνω σκέψεις να πυροδοτήσουν σκέψη, μήπως μάθουμε όλες και όλοι στα παιδιά μας να σέβονται την ατομικότητα και τα όρια του κάθε ανθρώπου.
*Η πρώτη καταγγέλλουσα τα φαινόμενα σεξουαλικής βίας στο ΑΠΘ
