ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Φωτάκης*, Πατρίτσια Κυπριανίδου**, Αλέξανδρος Σελίμης***
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποιος είναι ο στόχος: Η συζήτηση για τη διασύνδεση της έρευνας με την οικονομική ανάπτυξη είναι ανοιχτή εδώ και χρόνια, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Το διακύβευμα είναι μεγάλο και αφορά το παρόν και το μέλλον.

Ειδικότερα σήμερα, εν μέσω πανδημίας, και ενώ αναδεικνύεται και αναγνωρίζεται διεθνώς η ανάγκη της ύπαρξης ενός δυνατού δημόσιου τομέα στην Υγεία και την Παιδεία, ο τομέας της έρευνας παραμένει προνομιακό πεδίο των αντιλήψεων για λιγότερο κράτος.

Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται και στην έκθεση Πισσαρίδη για την αξιοποίηση των πόρων του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης που αφορά την έρευνα και την καινοτομία (Ε&Κ).

Υπάρχουν επομένως αντιδιαμετρικές αντιλήψεις που αποτυπώνονται σε συγκεκριμένες πολιτικές διασύνδεσης της Ε&Κ με την οικονομική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η αντίληψη που θέλει την έρευνα να συμβάλλει στην ανάπτυξη μόνο όταν είναι άμεσα οικονομικά ανταποδοτική, άποψη που χαρακτηρίζει και τη σημερινή κυβερνητική πολιτική.

Πρόκειται για μια αντίληψη που βασίζεται κατά κύριο λόγο στην έννοια της «χρήσιμης» έρευνας, η οποία εργαλειοποιεί την ερευνητική διαδικασία και έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική ως προς την τόνωση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας που υποτίθεται ότι επιδιώκει.

Αυτή η ακραιφνώς μονομερής και αποσπασματική θεώρηση για τον πολύπλευρο και μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό ρόλο της έρευνας υποβαθμίζει τον χαρακτήρα της νέας γνώσης ως κοινωνικού αγαθού.

Μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει αναδυόμενους επιστημονικούς τομείς των οποίων η αξία δεν κοστολογείται στο παρόν, όπως και τη μεγάλη σημασία των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Κατά συνέπεια, συχνά εγκλωβίζει το ερευνητικό δυναμικό σε συγκεκριμένα πρωτόκολλα και σε ευκαιριακού χαρακτήρα ερευνητικές συνεργασίες.

Ο ερευνητής ενοχοποιείται πολλές φορές για τη μη οικονομική αξιοποίηση των ερευνητικών του αποτελεσμάτων που χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους και ωθείται να λειτουργεί ως οιονεί επιχειρηματίας, συχνά θυσιάζοντας την ποιότητα και την επιστημονική αντικειμενικότητά του.

Η παραγωγή νέας γνώσης και η ελεύθερη έρευνα, όπως άλλωστε και η καινοτόμος επιχειρηματικότητα, είναι βαθύτατα κοινωνικές διεργασίες και δεν μπορεί παρά να συνδέονται με ένα μοντέλο ανάπτυξης που χαρακτηρίζεται από βιωσιμότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

Η κύρια χρηματοδότησή τους παραμένει ευθύνη μιας σύγχρονης πολιτείας, ενώ οι όροι υλοποίησης ερευνητικού έργου, η διαφάνεια και η αξιοκρατική πρόσβαση, αλλά και η ηθική και δεοντολογία, παραμένουν συνεχώς τα ζητούμενα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται ταχύτατα.

Το Ταμείο Ανάκαμψης: Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. όντως μπορούν να διευρύνουν τις προοπτικές για αναβάθμιση της Ε&Κ στη χώρα. Οι προτάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη, όμως, βασίζονται ως επί το πλείστον σε γενικόλογες, μονομερείς και παρωχημένες διαπιστώσεις, έχουν σαφές ιδεολογικό πρόσημο. Η δε διαμόρφωση του τοπίου Ε&Κ στην Ελλάδα την περίοδο 2015-2019 παντελώς αγνοείται.

Συνοπτικά, η έκθεση προτάσσει τα εξής βασικά σημεία για την Ε&Κ:

● Χωρίς τεκμηρίωση της όποιας προστιθέμενης αξίας ή προφανές όφελος, προτείνεται η δημιουργία μιας συγκεντρωτικής δομής νομικού προσώπου, του Εθνικού Οργανισμού Επιστημών (ΕΟΕ), στον οποίο θα συγχωνευθούν ερευνητικοί φορείς με ετερόκλητες καταβολές και προτεραιότητες. Η πρόταση αυτή αποδιαρθρώνει τον ερευνητικό ιστό και με την υπαγωγή των προϋπολογισμών των Ερευνητικών Κέντρων, του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) και των ΕΛΚΕ των Πανεπιστημίων στον ΕΟΕ, δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον της έρευνας στη χώρα. Σε συνδυασμό και με την προτεινόμενη υποβάθμιση της ΓΓΕΤ, η διακυβέρνηση της Ε&Κ γίνεται δυσλειτουργική.

Συμπερασματικά, είναι σαφής η υπονόμευση της ακαδημαϊκής διάστασης και του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας και η απορύθμισή της.

● Αναφορικά με την καινοτόμο επιχειρηματικότητα, δύο είναι οι βασικές προτάσεις της έκθεσης.

Πρώτον, δίνεται δυσανάλογη έμφαση στην επέκταση των επενδυτικών κεφαλαίων (VCs) με ανισομερή δημόσια συμμετοχή. Ειδικότερα, προτείνεται η δημιουργία ταμείου στο πρότυπο του ταμείου επιχειρηματικών συμμετοχών (Equifund), που ιδρύθηκε το 2016, για τη στήριξη νεοφυών επιχειρήσεων.

Μάλιστα, προτείνεται η σημαντική αύξηση της δημόσιας συμμετοχής να γίνεται και με πόρους προερχόμενους από τα συνταξιοδοτικά ταμεία (!). Επιπλέον, προτείνεται ο συμψηφισμός δαπανών εταιρειών σε Ε&Κ με εργοδοτικές εισφορές. Η παλιά δοκιμασμένη συνταγή της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας προ των πυλών!

Δεύτερον, η έκθεση επισημαίνει την ανάγκη ανάπτυξης κόμβων καινοτομίας νεοφυών επιχειρήσεων οι οποίοι μάλιστα, όπως αναφέρει, «είναι χρήσιμο να βρίσκονται κοντά σε πανεπιστημιακές σχολές, σε ερευνητικά ιδρύματα ή σε ερευνητικά νοσοκομεία».

Την ίδια στιγμή, όμως, προκρίνει ως επιτυχημένο υπόδειγμα δύο πρόσφατες έντονα προβαλλόμενες κυβερνητικές επιλογές, οι οποίες ουδόλως πληρούν τη συνθήκη γειτνίασης με οικοσυστήματα Ε&Κ και φαίνεται να αποτελούν μεγάλα κτηματομεσιτικά εγχειρήματα.

Η επόμενη μέρα: Η αξιοποίηση των πόρων για Ε&Κ του Ταμείου Ανάκαμψης πρέπει να συνάδει με την αδήριτη ανάγκη για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, τη μείωση των ανισοτήτων και τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού προτύπου δίκαιης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με:

● Την προαγωγή της ελεύθερης έρευνας με την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και των ερευνητικών υποδομών. Η διασφάλιση της βιωσιμότητας του ΕΛΙΔΕΚ και του δημόσιου και ακαδημαϊκού χαρακτήρα της έρευνας είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό, όπως και για την ανάσχεση της μονόπλευρης φυγής εξειδικευμένων επιστημόνων στο εξωτερικό.

● Την ενίσχυση ερευνητικών κατευθύνσεων στις οποίες υπάρχει κρίσιμη μάζα εξειδικευμένων επιστημόνων και καινοτόμου επιχειρηματικότητας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη λεγόμενη 4η Βιομηχανική Επανάσταση που επηρεάζει όλους τους κοινωνικοοικονομικούς τομείς.

Ενα νέο αποτελεσματικό εργαλείο στην κατεύθυνση αυτή θα ήταν η ανάπτυξη κέντρων καινοτομίας νέας γενιάς με τη μορφή κοινοπραξίας ερευνητικών φορέων με επιχειρήσεις. Για την αποτελεσματικότητά τους είναι απαραίτητη η λειτουργία τους σε γειτνίαση με ζωντανούς και δυναμικούς θύλακες παραγωγής έρευνας.

Σκοπός τους, η αξιοποίηση και ένταξη νέας γνώσης και τεχνολογίας στις διαδικασίες παραγωγής, η παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών R&D, η διαχείριση διανοητικής ιδιοκτησίας και η διαμόρφωση αποτελεσματικών επενδυτικών σχημάτων για νεοφυείς και γενικότερα καινοτόμες επιχειρήσεις.

Με τα σημερινά δεδομένα, ώριμα ερευνητικά οικοσυστήματα και κρίσιμη μάζα για την ανάπτυξη κέντρων καινοτομίας υπάρχουν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Ηράκλειο-Χανιά. Επίσης, εκτιμάται ότι υπάρχουν θετικές προοπτικές σε Ιωάννινα και Λάρισα-Βόλο.

● Την ανάπτυξη από την πολιτεία εμβληματικών πρωτοβουλιών σε τομείς έρευνας με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα που κινητοποιούν, εμπνέουν και απαντούν στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ιατρική ακριβείας, αναφερόμενη και ως ιατρική του μέλλοντος, οι σύγχρονες αγρο-τεχνολογίες για τη βελτίωση μεθόδων παραγωγής και μεταποίησης, την ποιοτική αναβάθμιση, ταυτοποίηση, προστασία και ανάδειξη των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, οι ρηξικέλευθες κβαντικές τεχνολογίες για επικοινωνίες και υπερ-υπολογιστές, η παρακολούθηση και αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και η θαλάσσια έρευνα.

Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, για την εξειδίκευση των παραπάνω δράσεων και της κοινωνικής τους απήχησης, για τη μελέτη των σύγχρονων κοινωνικών φαινομένων και την άμβλυνση των ανισοτήτων, συμβάλλοντας στη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και στην ανάδειξη της χώρας σε διεθνές κέντρο πολιτισμού, γραμμάτων και τεχνών.


* πρώην αναπλ. υπουργού Ερευνας & Καινοτομίας, ομ. καθ. Φυσικής Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. προέδρου ΙΤΕ

** διδάκτορος Χημείας, πρ. γενικής γραμματέως Ερευνας και Τεχνολογίας

*** διδάκτορος Φυσικής Πανεπιστημίου Κρήτης