ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους

W. B. Yeats, «Η Δευτέρα Παρουσία», μτφρ. Γ. Σεφέρη

Η διαχείριση της πανδημίας εξελίσσεται άσχημα. Τουλάχιστον, όχι όπως θα ήθελε η κυβέρνηση να την παρουσιάσει. Τα μέτρα δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα. Ακόμα και η εκδοχή των εμβολίων και η (μελλοντική) διαδικασία του εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού δεν θα είναι όπως ακριβώς παρουσιάστηκε μόλις λίγες ημέρες πριν. Τα πλήγματα στον πληθυσμό είναι πολλαπλά. Πέρα από το επίπεδο της υγείας και της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, ως πρώτιστου αγαθού, πλήττεται η οικονομία, δηλαδή το σύνολο των έλλογων δράσεων με τις οποίες ικανοποιούνται οι ανάγκες της ζωής. Κυριαρχούν τα συναισθήματα φόβου και αβεβαιότητας. Πολλά μένουν αναπάντητα.

Οταν αυτά εμπλέκονται με τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις, το πράγμα διογκώνεται και αρχίζει να εκφράζεται άλλοτε με καρτερία, με μελαγχολία, άλλοτε με απορία και άλλοτε με οργή – πολλές φορές με αστεία και ανέκδοτα εις βάρος της κυβέρνησης και των εκφραστών της.

Εάν ήθελαν οι κυβερνητικοί να παρουσιάζουν μια συνέπεια λόγων και έργων, θα έπρεπε στοιχειωδώς, πρώτον, να δουν την πραγματικότητα και, δεύτερον, να είναι πιο μετριοπαθείς και περισσότερο επιφυλακτικοί στα ψέματά τους. Δεν το πράττουν. Ορίζουν μια ιδεοληπτική ατζέντα, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να είναι πάντα πιο πανούργα και πιο αμείλικτη, κυρίως για τους πιο αδύνατους.

Ιστορικά τουλάχιστον, τα αποτελέσματα των εσκεμμένων ιδεοληπτικών στρατηγικών –με στοιχεία εθελοδουλίας, πολιτικής ψευδολογίας, κατασυκοφάντησης των πολιτικών αντιπάλων, φυλαρχίας, αδιαφάνειας, οιονεί διαφθοράς, αυταρχισμού και φίμωσης της ελευθερίας του Τύπου και των μίντια μέσω της εξαγοράς τους– όταν ανάγονται στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής, αποβαίνουν εις βάρος του πολιτικού και του συνόλου. Οι καλύτεροι αποτραβιούνται, κάμπτονται. Και ποιοι κυριαρχούν; Οι αρνητές της πραγματικότητας∙ κυριολεκτικά, οι σταυροφόροι των ιδεοληπτικών πολιτικών και οι εκφραστές των παθών με τα οποία δεν λύνεται κανένα απολύτως πρόβλημα.

Για να σταθούμε στο μείζον πρόταγμα καθαρά δυτικού τύπου, ας δούμε, για παράδειγμα, τις διερευνήσεις του αδιανόητου ως ενδεχόμενου για τη δημοκρατία. Λ.χ., ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Κέμπριτζ, Ντέιβιντ Ράνισμαν, αρχίζει το βιβλίο του «Ετσι τελειώνει η δημοκρατία;» (Πατάκης, 2019) με την υπόμνηση ότι ούτε καν ο Φράνσις Φουκουγιάμα –που είχε διαβλέψει το «τέλος της Ιστορίας» το 1989– δεν πίστεψε ποτέ ότι οι αρετές της δημοκρατίας την καθιστούν άτρωτη.

Το ότι στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα –έστω και εξαιτίας της πανδημίας– αρχίζουμε να φοβόμαστε για το «τέλος της δημοκρατίας», ή να το συζητάμε, κάτι θα έπρεπε να λέει. Παρ’ ότι, όμως, τα σημάδια είναι πολλά και εμφανή, οι περισσότεροι προσποιούνται ότι δεν υπάρχουν. Αλλά, ακόμα κι αν αγνοήσουμε ως πολυτέλεια της στιγμής την όποια κουβέντα για τη δημοκρατία, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε εύκολα τις καθημερινές παρεμβάσεις της κυβέρνησης που προοικονομούν αύξηση της φτώχειας, των ανισοτήτων, του αποκλεισμού, την απομείωση της σημασίας των δημόσιων αγαθών, του δημόσιου τομέα και του ρόλου του κράτους – που ανατίθεται σε ιδρύματα και εταιρείες.

Οι «κύκλοι που πλαταίνουν» δεν έχουν να κάνουν μόνο με το ότι τα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν πιθανή τη μελλοντική χρεοκοπία ως σύμπτωμα μιας «αριστείας» που, εν Ελλάδι, απονέμεται ως «πιστοποιημένη» ιδιότητα σε ανίκανους κληρονόμους και ιδιοτελείς αυλικούς. Συνδέεται με το σύνολο των εκφράσεων του πολιτικού βίου, όπου το υπερεξημμένο κλίμα έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εμπάθειας.

Ολο και πιο άστατο, όλο και πιο απόμακρο από τη βοή, είναι ασύνταχτο και δηλητηριασμένο από την αμοιβαία καχυποψία. Πολλές φορές η αντίδραση των κοινωνικών δικτύων, σε αυτό το κλίμα, θέτει λάθος ερωτήματα. Ωστόσο, η φίμωση οποιασδήποτε κριτικής ή γόνιμης σκέψης –γιατί περί αυτού πρόκειται– υποβαθμίζεται σε μονόλογο καμποτίνων που διαγωνίζονται ποιος θα κάνει τη μεγαλύτερη φασαρία για να πνίξει τη φωνή του άλλου.

Το «κύκλοι που πλαταίνουν» προέρχεται κι αυτό από το ποίημα του Γέιτς «Η Δευτέρα Παρουσία». Να μην ξεχάσουμε ότι ο Γέιτς «έκλεινε» το ποίημά του με έναν πυκνό στίχο που μιλούσε για «είκοσι βασανισμένους αιώνες πετρωμένου ύπνου» – μετρώντας από το συμβάν της Βηθλεέμ. «Πετρωμένοι ύπνοι», για πόσο; Μια δεκαετία, μισόν αιώνα, για μια τετραετία; Φαίνεται να μην έχει και τόση σημασία. Οι «πετρωμένοι ύπνοι» δεν οδηγούν σε «χώρα θαυμάτων».

Και ένα τελευταίο σχόλιο: Το 1926 ο Γέιτς ξεκαθάριζε τη θέση του: «Δεν πιστεύω στη Δευτέρα Παρουσία – τουλάχιστον όχι στη χριστιανική της εκδοχή». Θα συμπλήρωνα, και με την κοσμική (;) κυβερνητική εκδοχή που είναι πιο τρωκτική όταν, κάθε μέρα, ανακατεύει τα σπλάχνα της χώρας.