Τις μέρες που πέρασαν, η συζήτηση για το ΕΣΡ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής σήκωσε και πάλι φωνές. Και το ερώτημα κατά πόσο η Ανεξάρτητη αυτή Αρχή είναι όντως ανεξάρτητη. Και το εάν όντως ελέγχει τη συνταγματικά απαιτούμενη πολιτική πολυφωνία. Το κύτταρο και τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Στα πολλά λοιπόν που κι αυτή τη φορά ακούστηκαν και γράφτηκαν, ας επιτραπούν και μερικές ήσσονος μάλλον σημασίας παρατηρήσεις μου. Ηταν, αν θυμάμαι καλά, τον Οκτώβρη του 2016, όταν ο τότε πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, που είχε την ευθύνη της συγκρότησης του ΕΣΡ, επικοινώνησε μαζί μου. Με το ερώτημα εάν θα ήθελα να προταθώ για μέλος τού υπό σύσταση Διοικητικού Συμβουλίου. Οντας και τότε εκλεγμένη γεν. γραμματέας του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, θεώρησα την πρόταση και τιμητική και ουσιαστική. Δέχτηκα και το όνομά μου δόθηκε στον Τύπο, μαζί με των υπολοίπων.
Κατόπιν, όμως, ωρίμου σκέψεως και επικαλούμενη τους γνωστούς «λόγους προσωπικούς», άλλαξα γνώμη και είπα «ευχαριστώ, όχι». Αρνηση για την οποία δέχτηκα ψόγο από πολλούς που είπαν ότι μένοντας θα μπορούσα να είμαι χρήσιμη. Και ίσως να είχαν δίκιο.
Γιατί, και άλλοτε, αλλά προπαντός τώρα θα μπορούσα με τη μικρή έστω φωνή μου να πω ότι το ΕΣΡ είτε δεν επιθυμεί είτε δεν δύναται να επιτελεί την ελεγκτική αποστολή του. Για την αγία ελευθερία της έκφρασης και την ενημέρωση του πολίτη.
Θα μπορούσα, ίσως ισχυρότερη εκ των έσω, να διαμαρτυρηθώ, να προτείνω, να παρέμβω, να καταγγείλω την κατευθυνόμενη από συμφέροντα ενημέρωση. Να μιλήσω για τη χαμένη δημοσιογραφική δεοντολογία, για τη φαλκίδευση και την απόκρυψη ειδήσεων, για την αυτολογοκρισία, για την έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου.
Θα μπορούσα, τέλος πάντως, να είμαι πλέον χρήσιμη παραιτούμενη τώρα. Και να θυμίσω στους «ανυποψίαστους» συναδέλφους και φίλους, έγκλειστους στον Πύργο της Σιωπής της οδού Αμερικής, πως οι ισορροπίες δεν βγαίνουν πάντα.
Και σε κάποιους με τους οποίους κάπου κάπου λέμε και κανένα αστείο να θυμίσω το φασαριόζικο και λυτρωτικό παιδικό παιχνίδι μας φωνάζοντας «φτου ξελευτερία!…».
