ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργης-Βύρωνας Δάβος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά τα γεγονότα της 1ης Μαρτίου 1968 στη Βάλε Τζούλια της Ρώμης, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι είχε γράψει εν θερμώ το ποίημα «Το Ιταλικό Κ.Κ. στους νέους». Σε εκείνους τους «φρικτούς στίχους», όπως είπε αργότερα, και τους οποίους αποκήρυξε στη συνέχεια, διατράνωνε πως σε εκείνα τα επεισόδια ο ίδιος είναι με το μέρος των φτωχόπαιδων της αστυνομίας, που πάσχιζαν για το μεροκάματο, και όχι με τα «μαμμόθρεφτα» (στην κυριολεξία τα «παιδιά του μπαμπά», figli di papa) φοιτητές, που έκαναν την επανάσταση εκ του ασφαλούς, έχοντας στην τσέπη το χαρτζιλίκι τους εξασφαλισμένο.

Σήμερα, όμως, εάν ο Παζολίνι βρισκόταν στη φετινή 17 του Νοέμβρη στην Πανεπιστημίου, είναι βέβαιο πως όχι μόνο θα τους έσκιζε, αλλά θα έγραφε ακόμη έναν θούριο ενάντια στην καταστολή και κυρίως την αλλοτρίωση της ταξικής συνείδησης των αστυνομικών και την ταύτισή τους με τη χειρότερη μορφή της εξουσίας.

Τους προκλητικούς αυτούς σε πρώτη ματιά στίχους, ο ιδιαίτερος αυτός διανοούμενος τους έγραψε μετά τη συγκλονιστική εκείνη σύγκρουση που κατέληξε σε 148 τραυματισμούς φοιτητών και 200 συλλήψεις κατά τα επεισόδια μεταξύ των χιλιάδων νέων που είχαν προσπαθήσει να καταλάβουν τη σχολή Αρχιτεκτονικής και την αστυνομία που την περιφρουρούσε. Η νεολαία ήδη απομακρυνόταν από την πατερναλιστική και γραφειοκρατική τροχιά που ακολουθούσε το Ιταλικό Κ.Κ. -που ακόμη δεν είχε «συμβιβαστεί ιστορικά» με τη Χριστιανοδημοκρατία-, και από ένα πραγματικό κόμμα της πρωτοπορίας πορευόταν σε μια θεσμοποιημένη αντιπολίτευση. Με τους στίχους του ποιήματος ο Παζολίνι ήθελε να απευθυνθεί στη νεολαία, που στο πλαίσιο του οπεραϊσμού σκόπευε να φέρει την πάλη άμεσα μέσα στο εργοστάσιο και στην κοινωνία κι άρχιζε να βλέπει στο ΙΚΚ ακόμη έναν εχθρό και να την παροτρύνει να αποδυθεί μέσα από τις τάξεις του κόμματος σε έναν πραγματικό ταξικό αγώνα, με αιτήματα και πλήρη συνείδηση των ιδεολογικών και υπαρξιακών -που για τον ποιητή ήσαν εξίσου σημαντικά- χαρακτηριστικών της ίδιας της τάξης που τον διεξάγει, χωρίς να μοιάζουν με τους «μπουρζουάδες γονείς τους».

Ο Παζολίνι προσπαθούσε να τους πείσει να μη στρέφονται αφηρημένα στη διεκδίκηση, αλλά να συγκεκριμενοποιούν τους αγώνες με βάση όχι αυτή καθαυτή την πάλη ή κάποιο μερικό και ατομικό στόχο, αλλά την αναπαλλοτρίωτη μάχη για τη βελτίωση της ζωής όλης της κοινωνίας, χωρίς ποτέ να χάνουν την επαφή τους με την ταξική καταγωγή τους. Μια νοσταλγική αντίληψη του Παζολίνι για τους πρώτους αγωνιστές, εκείνους της Αντίστασης και των αγώνων στα εργοστάσια, ανάλογη με τη νοσταλγία των «ακατόνι» και των προλετάριων ή των πρωτοχριστιανών στις ταινίες του, τη διαλεκτική ποίηση ως θύμηση της πρώτης νιότης του στην επαρχία.

Αυτή την απουσία για άδολη και ατόφια αντίληψη για τον αγώνα καταλογίζει και ο Παζολίνι επιστρατεύοντας την πιο «αψιμυθίωτη» πραγματικότητα της «άλλης πλευράς». Προβάλλοντας ότι οι αστυνομικοί «είναι παιδιά φτωχών ανθρώπων./ Ερχονται από τις περιφέρειες –χωριών ή πόλεων», έζησαν στην ανέχεια και τη μιζέρια, με τις «πολύτιμες 1.000 λίρες» και «τον πατέρα που έμεινε κι αυτός παιδί,/ από μια μιζέρια –που μόνο κύρος δεν προσδίδει/. Η μάνα σκληρή σαν αχθοφόρος ή τρυφερή,[…] Τα πολλά αδέλφια· το φτωχικό σπίτι/[…] τα υπόγεια πάνω από τον υπόνομο˙ ή τα διαμερίσματα στις εργατικές κατοικίες κ.λπ. κ.λπ.»

Ο Παζολίνι, όμως, μοιάζει να απευθύνεται και στους ίδιους τους αστυνομικούς: «Κι έπειτα κοιτάξτε πώς τους ντύνουν: /σαν παλιάτσους, με εκείνο το τραχύ ρούχο που ζέχνει συσσίτιο, γραφείο λόχου και πλέμπα./ Το χειρότερο, φυσικά, είναι η ψυχολογική τους κατάντια/ (για καμιά σαρανταριά χιλιάδες λίρες τον μήνα):/ δίχως πια χαμόγελο,/ δίχως πια φιλία με τον κόσμο,/ εκτοπισμένοι,/ αποκλεισμένοι (με έναν αποκλεισμό που όμοιό του δεν έχει)·/

Ταπεινωμένοι από την απώλεια της ποιότητας του ανθρώπου/ για εκείνη του αστυνόμου (όταν σε μισούν μισείς)».

Αυτή την απεχθή στολή, τον ίδιο εκτοπισμό από την ανθρώπινη ποιότητα, το ίδιο μίσος και την αλλοτρίωση για ένα κανάκεμα της εξουσίας και για τον σίγουρο μισθουλάκο στην τσέπη, θα έβλεπε ο Παζολίνι χαραγμένο στα πρόσωπα των αστυνομικών σήμερα (αλλά και πολύ καιρό πριν). Μια ταξική και ιδεολογική αλλοτρίωση και μίσος, για τους πραγματικούς κοινωνικά ισότιμούς τους, με πρόσχημα την τήρηση του «καθήκοντος» και τη στολή και το σήμα που τους καθιστά φρουρούς του συστήματος. Οποιου συστήματος, το οποίο υποτίθεται πως δεν πρέπει να αμφισβητούν και θα πρέπει να υπηρετούν -όποιος κι εάν είναι ο πραγματικός λόγος- κι όμοια να αντιμετωπίζουν το πλήθος έξω από το Πολυτεχνείο. Είτε το 1973 είτε το 1980 (φόνοι Κουμή – Κανελλοπούλου) είτε το 2020.

 * δημοσιογράφος, δρ  Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας