Στις αξιολογήσεις των σχέσεων ανισότητας ακούγεται συχνά ο ισχυρισμός περί ανομοιότητας των φύλων, ως βάση αποδοχής και δικαιολόγησης των ανισοτήτων. Η ανομοιότητα επιστρατεύεται, εν προκειμένω, ως πρόσχημα για τη συντήρηση και ανοχή ανισοτήτων μεταξύ των δύο φύλων. Ευτυχώς για όλους, οι γυναίκες διαφέρουμε πολλαπλώς από τους άνδρες.
Εμείς κυοφορούμε, αυτοί όχι. Είναι μεγαλόσωμοι, είμαστε μικρόσωμες. Υπερτερούν σε αδρεναλίνη, υπερτερούμε σε οιστρογόνα. Συνιστούν παρόμοιες διαφορές ουσιώδη λόγο απαξίωσης κάποιας πλευράς; Μπορούν άνδρες να αποφασίζουν για τη ζωή και το μέλλον γυναικών, όπως για την κυοφορία τους; Τα κρούσματα της πολωνικής κυβέρνησης είναι κραυγαλέα, μα καθόλου μεμονωμένα.
Οργανωμένα πολιτικο-θρησκευτικά κέντρα επιχειρούν να ορίσουν τη ζωή των γυναικών, καταργώντας θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Φταίει, λοιπόν, η σύγχυση για το «μπέρδεμα» των όρων «ισότητα» και «ομοιότητα» και των αντίστοιχων αξιών; Δεν υποκρύπτονται σκοπιμότητες, όπου η επίκληση της ανομοιότητας δρα σαν συγχωροχάρτι για την υποταγή των γυναικών που επιτάσσουν οι αυταρχικοί; Για ποιο λόγο να είναι μειωμένης πολιτικής αξίας οι πιο μικρόσωμες γυναίκες ή οι πολίτες άλλου χρώματος; Τεκμαίρεται κατωτερότητα εξαιτίας σωματοτυπικής διαφοράς; Αυτά επιδίωκαν οι ρατσιστές του Απαρτχάιντ και οι ναζιστές του Χίτλερ.
Οι γυναίκες κυοφορούν, φέρουν και διαπλάθουν νέα ζωή. Κάτι που συνιστά απαράμιλλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Είναι λογικά ή πολιτικά διανοητό να αιτιολογείται η άνιση αξία τους βάσει αυτής της γόνιμης διαφοράς; Δημοκρατικά, η θέση αυτή είναι κατακριτέα. Οσοι την εκφέρουν; Είναι δημοκράτες; Καλούνται να απαντήσουν ευθαρσώς οι ίδιοι στο ερώτημα.
Προσωπικά, υποστηρίζω πως όσοι πολίτες ή πολιτικοί ρητά ή υπόρρητα τάσσονται κατά της ισότητας των φύλων είναι αντιδημοκράτες, διότι η ισότητα και η ελευθερία όλων των πολιτών συναποτελούν τα θεμέλια της δημοκρατίας. Ολοι μας, μα πρωτίστως οι πολιτικοί ιθύνοντες, κρινόμαστε από τις πράξεις και τις απραξίες μας. Με γνώμονα αυτό το αξίωμα, όσοι φραστικά τάσσονται υπέρ της ισότητας των φύλων, αλλά στην πράξη αδρανούν στην προώθηση επιτακτικά αναγκαίων μέτρων εξισωτισμού δεν ανήκουν στους εκδημοκρατιστές. Υπάρχει ασφαλώς και η πιο ύπουλη κατηγορία, εκείνων που φραστικά υπερακοντίζουν υπέρ της ισότητας, αλλά έμπρακτα την υπονομεύουν.
Το μπέρδεμα -ή η υποκατάσταση- των δύο εννοιών, οι οποίες σηματοδοτούν καίριες αξίες ή προϋποθέσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, φαίνεται αβλαβές, αλλά δεν είναι. Η ισότητα αναφέρεται σε απόδοση μετρήσιμα ίσων αξιών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, παροχών στο πολίτευμα, τόσο de jure όσο και de facto. Παρέχεται, π.χ., το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, εξίσου, στις γυναίκες και στους άνδρες κατά τον νόμο.
Ωστόσο, προφασιζόμενοι ανομοιότητες ψυχοσύνθεσης ή ρόλων, κουτοπόνηροι κομματάρχες αφανίζουν τις γυναίκες από τις εκλογικές λίστες. Φράζουν έτσι την πρόσβασή τους στον εκλογικό ανταγωνισμό, υπονομεύοντας το νόμιμο δικαίωμα των γυναικών στην πολιτική συμμετοχή. Οι συνέπειες της κυρίαρχης αυτής εκτροπής αντανακλώνται ζοφερά στην υπερ-ανδροκρατούμενη σύνθεση του ελληνικού Κοινοβουλίου, και όχι μόνον.
Η ομοιότητα αναφέρεται σε ποιοτικές και ειδολογικής τάξης εκφάνσεις. Οι επιθυμητές διαφορές των φύλων θα έπρεπε να υποστηρίζονται δημιουργικά με μέτρα αναλογικής ισότητας (equity). Αντί αυτού, σημαντικές γυναικείες ανομοιότητες υφίστανται αρνητικές επιδράσεις μέσω σωρευτικών «στρατηγικών ανισότητας των φύλων». Επιβεβαιώνεται διαρκώς η διαφορά των φύλων στην άσκηση βίας. Καταγγέλλονται αδιάκοπα παρενοχλήσεις και βιασμοί γυναικών από άνδρες. Παράλληλα, πυκνώνουν ραγδαία τα κρούσματα γυναικοκτονιών. Αντιστοίχως, δεν σημειώνονται, όμως, δημογραφικά ισόποσες «ανδροκτονίες».
Ούτε αναλογικά κρούσματα βίας γυναικών εναντίον ανδρών. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτή η διαφορά της γυναικείας μη-βίας συμβάλλει ζωτικά στο ισοζύγιο των κοινωνικών σχέσεων και στην εξισορρόπησή τους, παρότι αποβαίνει σαφώς επί ζημία των γυναικών. Η χαρακτηριολογική θηλυκή διαφορά δρα θετικά συνολικά. Σώζει τις κοινωνίες, ώστε αυτές να λειτουργούν, έστω υποτυπωδώς, ειρηνικά, εμποδίζοντας την έσχατη δολοφονική τάση προς έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων», «λόγω φύλου». Ή, λόγω «κτητικότητας» που επιδιώκουν πολλοί άνδρες στις σχέσεις.
Ωστόσο, η ανισότητα είναι ήδη τόσο συντριπτική κοινωνικά, ώστε επέρχονται σωρευτικά κρίσιμες αλλοιώσεις στα χαρακτηριολογικά συστατικά των διαφορών μας. Είναι δυσοίωνη π.χ. η διαπίστωση από φαρμακευτικά πειράματα όπου (κακώς) εστιάζονται ανδρικοί πληθυσμοί κυρίως, στο ερευνητικό στάδιο, ενώ τα νέα φάρμακα που αναπτύσσονται προορίζονται για άνδρες και γυναίκες.
Οταν αυτά χορηγούνται στις ενδοκρινολογικά και σωματοτυπικά ανόμοιες γυναίκες, προκαλούν ζωτικές αλλοιώσεις, ανήκεστες βλάβες ή και θανάτους. Παρόμοιες επιπτώσεις διαβρώνουν την ιδιοσυστασία των γυναικών. Βλάπτεται έτσι ο πυρήνας της ζωής ακριβώς λόγω του μη σεβασμού της διαφορετικότητας και, ταυτόχρονα, της μη εφαρμογής της αναλογικής ισότητας. Συνειδητή ή μη, μια τέτοια εξουσιαστικά ισχύουσα ανισότητα προκαλεί διαβρωτικές αλλοιώσεις στον κρίσιμο «άξονα ανομοιότητας των φύλων», ως δομικά απαραίτητο, για τη ζωτική συμπληρωματικότητά μας. Για την ύπαρξη κοινωνίας γυναικών και ανδρών όπου τα αντίθετα θα έλκονται.
* καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Πολιτικής Επικοινωνίας, Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
