Πάτησε ο Ερντογάν την κόκκινη γραμμή της ανοχής της Γερμανίας με το πρόσφατο ναυτικό επεισόδιο στα ανοιχτά της Λιβύης;
Ετοιμάζεται η Αγκυρα για νέα γενικευμένη επίθεση κατά των Κούρδων στη βορειοανατολική Συρία για να δημιουργήσει τετελεσμένα όσο ο Τραμπ βρίσκεται ακόμη στον Λευκό Οίκο;
Σε ό,τι αφορά το πρόσφατο ναυτικό επεισόδιο μεταξύ Γερμανίας-Τουρκίας δεν αρκεί από μόνο του για να μεταβάλει την κατευναστική πολιτική του Βερολίνου απέναντι στην Αγκυρα, την οποία προσυπογράφουν η Ρώμη και η Μαδρίτη.
Το βέτο της Αγκυρας, που ανάγκασε τη γερμανική φρεγάτα να διακόψει τη νηοψία σε τουρκικό πλοίο, δεν είναι συγκρίσιμο με την παρ’ ολίγον εμπλοκή προ ολίγων μηνών τουρκικής με γαλλική φρεγάτα όταν η πρώτη στοχοποίησε ηλεκτρονικά τη δεύτερη.
Αλλωστε, η κατάρριψη τον Νοέμβριο του 2015 του ρωσικού «Σουχόι» από δύο τουρκικά μαχητικά εντός του εναέριου χώρου της Συρίας δεν εμπόδισε την προσέγγιση Ερντογάν-Πούτιν λίγους μήνες αργότερα.
Η πιο πιθανή -με τα σημερινά δεδομένα- εξέλιξη που μπορούμε να περιμένουμε από τη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας είναι μια νέα χρονική μετάθεση της λήψης αποφάσεων μέχρι να διαμορφωθεί η στάση του Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν.
Ούτως ή άλλως, η Ε.Ε. των 27 βρίσκεται σε συνολική στάση αναμονής εν όψει του επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον.
Ο,τι ισχύει για την Ε.Ε. των 27, η προσεκτική αναμονή του Μπάιντεν, ισχύει κατά μείζονα λόγο για τον Ερντογάν.
Μια τουρκική επίθεση στους Κούρδους της βορειοανατολικής Συρίας θα έκαιγε προκαταβολικά τις γέφυρες που προσπαθεί να χτίσει η Αγκυρα με το επιτελείο του νεοεκλεγέντος προέδρου των ΗΠΑ.
Μπορεί η εμπλοκή της Τουρκίας στη Συρία, στη Λιβύη και στον Καύκασο να στηρίξει μια πολιτική ανάσχεσης της εξάπλωσης της περιφερειακής επιρροής της Μόσχας;
Αν οι ΗΠΑ του Μπάιντεν απαντήσουν καταφατικά στο ερώτημα, τίθεται ένα άλλο ερώτημα: Κατά πόσον μια εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με την Τουρκία είναι συμβατή με καλές σχέσεις με τις χώρες που απαρτίζουν το ευρύ μέτωπο δυσαρεστημένων από τον παρεμβατικό μικρομεγαλισμό του Ερντογάν, από τη Γαλλία του Μακρόν μέχρι την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία.
Τούτων λεχθέντων, η Τουρκία είναι παρούσα στη Συρία, στη Λιβύη και τον Καύκασο με την ανοχή έως τη συνενοχή του Κρεμλίνου, μια σκληρή πραγματικότητα που συρρικνώνει -αν δεν εκμηδενίζει- το αντίκρισμα της όποιας προσφοράς περιφερειακής συνεργασίας του Ερντογάν προς τον Μπάιντεν.
Σε επίπεδο ρητορικής ο Ερντογάν μπορεί να ανεβάσει τους απειλητικούς τόνους με διαφορετικά μηνύματα προς διαφορετικά ακροατήρια.
Δεν πρόκειται όμως να διακινδυνεύσει, ακόμα και με την ανοχή και τη συνενοχή του απερχόμενου Τραμπ, να υποθηκεύσει την προοπτική μιας ρεαλιστικής εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ του Μπάιντεν.
Με τα σημερινά δεδομένα η πολιτική Μπάιντεν στη Μέση Ανατολή, όταν διαμορφωθεί, θα επηρεάσει καταλυτικά τις σχέσεις της Ε.Ε. με την Τουρκία.
Ή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, Βερολίνο και Βρυξέλλες θα συντονιστούν με τις επιλογές της Ουάσινγκτον.
