Η επιδείνωση στο φάσμα της δημόσιας υγείας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έστρεψε τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στη θεσμοθέτηση πλαισίου για την αντιμετώπιση καταρχήν των επειγουσών αναγκών από τις επιδημίες και τις λοιπές εξάρσεις των μεταδοτικών ασθενειών και για τη βελτίωση, κατά δεύτερο, των συνθηκών υγιεινής στις εργατικές γειτονιές που διογκώνονται διαρκώς δίπλα από λιμάνια και κοντά σε μεγάλα εργοστάσια, διευρύνοντας έτσι και το ίδιο το αστικό πλαίσιο.
Η ανεξέλεγκτη κατοίκηση από το περιπλανώμενο εργατικό δυναμικό που έρχεται και προσκολλάται σε ήδη υπάρχοντες θύλακες χωρίς ή με κακής ποιότητας πόσιμο νερό, σε ελώδη εδάφη και χωρίς αποχετευτικά δίκτυα, εν ολίγοις κατοίκηση ή συνοίκηση σε ένα περιβάλλον χωρίς κανέναν κανόνα υγιεινής, συνεπάγεται αυτομάτως και ανεξέλεγκτη μετάδοση των φοβερών ασθενειών εκείνης της περιόδου.
Το Νομοθετικό Διάταγμα «περί περιθάλψεως προσφύγων» της 8ης Ιουλίου 1917 (ΦΕΚ αρ.136/10-7-1917), αποτυπώνει σε κυβερνητικό και θεσμικό επίπεδο τις προσπάθειες οριοθέτησης και επίλυσης του πολυσύνθετου προσφυγικού ζητήματος των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Το διάταγμα αποτελούταν από 10 άρθρα μέσω των οποίων ορίζονταν μια σειρά από ζητήματα, όπως οι προϋποθέσεις και τα δικαιώματα της προσφυγικής ιδιότητας, το περιεχόμενο της έννοιας «περίθαλψη», ο τρόπος και οι αρμόδιοι φορείς για την εφαρμογή της, καθώς και ειδικότερες διατάξεις για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες προσφύγων, όπως οι ιερείς, οι δάσκαλοι και οι μαθητές.
Επιδημιολογική μετάβαση
Αλλά εκείνη την εποχή συντελείται και η «επιδημιολογική μετάβαση» από τις μολυσματικές στις χρόνιες ασθένειες, έτσι όπως καταγράφονται πλέον στις στατιστικές θνησιμότητας. Από τη μία η περίθαλψη και φροντίδα των τραυματιών που άφησε πίσω του ο πόλεμος, σε αρκετές περιπτώσεις η ιατρική φροντίδα θα ήταν μακροχρόνια και με υψηλό κόστος, και από την άλλη η αντιμετώπιση των επιδημιών στον παρόντα χρόνο αλλά και η πρόβλεψη για την εμφάνιση των μελλοντικών ασθενειών που συνδέονται με τον τρόπο και την ποιότητα ζωής.
Είναι η εποχή όπου υπό την επίδραση της κοινωνιολογικής σκέψης, μια μερίδα γιατρών υπογραμμίζουν την επίπτωση που έχουν οι συνθήκες διαβίωσης στην υγεία των πληθυσμών. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η Επιτροπή Υγείας της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) προωθούν προγράμματα κοινωνικής ιατρικής που βασίζονται σε έρευνες σχετικά με τις επιπτώσεις των συνθηκών εργασίας ή της φτώχειας στην υγεία.
Στην Ελλάδα, προ του 1920, ιδρύονται και λειτουργούν ειδικά Νοσοκομεία, μεταξύ των οποίων και τα εξής: το νοσοκομείο Αφροδισίων Νοσημάτων σε Θεσσαλονίκη και Μυτιλήνη (1917), το Λαϊκό Σανατόριο Ασβεστοχωρίου και τα σανατόρια σε Σύρο και Χανιά (1920), το νοσοκομείο λοιμωδών νοσημάτων στη Μυτιλήνης (1918). Παράλληλα, την ίδια περίοδο ιδρύεται μικρός αριθμός γενικών νοσοκομείων με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το νοσηλευτικό ίδρυμα στη Νέα Ιωνία (1917), το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Καβάλα (1919) και το φιλανθρωπικού χαρακτήρα «Γαλλικό» νοσοκομείο στο Λαύριο (1919).
Ο ρυθμός ίδρυσης και λειτουργίας νοσοκομείων θα αυξηθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία με τις ροές του προσφυγικού πληθυσμού. Το ελληνικό κράτος θα ιδρύσει με συνοπτικές διαδικασίες «προσφυγικά» νοσοκομεία σε περισσότερες από 35 πόλεις της χώρας, δυναμικότητας άνω των 2.638 κλινών, ενώ σύμφωνα με τη στατιστική μελέτη του 1925, το σύνολο των νοσηλευτικών κλινών στην Ελλάδα ανερχόταν σε περίπου 9000 (Καπανίδης, 1988, σ. 126-127).
Ωστόσο, σύμφωνα με την αναλυτική έκθεση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού για τα Ελληνικά νοσηλευτικά ιδρύματα του 1919, επισημαίνονται οι δραματικές ελλείψεις σε υποδομές, προσωπικό, υγειονομικό υλικό, αλλά και στην επάρκεια και καταλληλότητα των στοιχειωδών προμηθειών εστίασης (Καπανίδης, 1988, σ. 56-57 και 252-262).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Επετηρίδας του 1930, η σημαντικότερη αιτία θανάτου στο σύνολο του πληθυσμού είναι η πνευμονία και ακολουθούν το γήρας, η φυματίωση, ο ελώδης πυρετός, η γρίπη και τα λεγόμενα «εντερικά», κυρίως σε παιδιά κάτω των δύο ετών (βλ. Πίνακα 15). Με την ολοκλήρωση του μεγαλύτερου μέρους της προσφυγικής εγκατάστασης το 1923, παρατηρείται υπερδιπλασιασμός των θανάτων από ελώδη πυρετό και αυτό θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι οι παραγκουπόλεις δημιουργούνται έξω από τα οικιστικά κέντρα, σε ελώδη εδάφη, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τους προσφυγικούς θύλακες στη Δραπετσώνα.
Άσυλα και ιδρύματα πειθάρχησης του σώματος
Το γκέτο του κρατικού πορνείου των Βούρλων και κάθε παρόμοιου γκέτο καθώς και η πρακτική της μεταφοράς των εκδιδομένων γυναικών σε ψυχιατρικά ιδρύματα με εισαγγελική παραγγελία και τη συνδρομή αστυνομικών οργάνων είναι μόνο μία από τις αντανακλάσεις του ανδροκεντρικού τρόπου διαχείρισης του γυναικείου σώματος. Η κρατική εξουσία των αρχών του περασμένου και του Μεσοπολέμου προσπαθεί να επιβάλει την αστική ηθική μέσα από τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής, προσδιορίζοντας ένα σταθερό, ιστορικο-πολιτικό χάσμα ανάμεσα στη σωφρονισμένη και στην ελευθέρια/εκφυλισμένη ζωή.
Κατά τον Foucault, η κοινωνική πολιτική προάγει και οργανώνει τη γνώση, τις προδιαγραφές και τις κοινωνικές πρακτικές για να αυξήσει τη χρησιμότητα του ατομικού σώματος και για να ελέγξει την ποιότητα του πληθυσμού (υγεία, ασφάλιση). Εφόσον η κοινωνική πολιτική έχει ως πρώτη ύλη το σώμα, ατομικό και κοινωνικό, αναπτύσσει πολιτικές διαχείρισης του σώματος, της υγείας και της ζωής του πληθυσμού και μετατρέπεται σε βιοπολιτική (Smart, 1988, σ. 193). «Το σώμα υπάγεται άμεσα σ’ ένα πολιτικό πεδίο», γράφει ο Foucault.
«Οι συσχετισμοί εξουσίας ασκούν πάνω του άμεσο έλεγχο. Το επενδύουν, το σημαδεύουν, το δαμάζουν, το βασανίζουν, το υποβάλλουν σε αναγκαστική εργασία, το υποχρεώνουν σε συμμετοχή σε τελετουργίες, απαιτούν από αυτό σήματα. Η πολιτική επένδυση του σώματος συνδέεται, χάρη σε περίπλοκες και αμοιβαίες σχέσεις, με την οικονομική του χρησιμοποίηση» (Foucault, «Επιτήρηση και τιμωρία», 1989, σ. 38).
Ένας από τους πρώτους στόχους της κοινωνικής πολιτικής είναι η οργάνωση ιδρυματικών δομών της πειθάρχησης (πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, φυλακές). Στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής είναι η προώθηση προγραμμάτων κοινωνικής υγιεινής, όπου ο στόχος παραμένει πάντα η πειθάρχηση, με την κατασκευή γκέτο, οικιστικών μεταβατικών νησίδων και θυλάκων (κλειστά πορνεία, λοιμοκαθαρτήρια, λεπροκομεία, φρενοκομεία).
Oι δομές αυτές θα συνδεθούν μεταξύ τους κάτω από ένα ενιαίο πλαίσιο αντίληψης και λειτουργίας αλλά και με τις συνεχείς ροές σωμάτων μεταξύ των δομών: από το λοιμοκαθαρτήριο στο πορνείο, από το πορνείο ή το λεπροκομείο στο φρενοκομείο, από το ορφανοτροφείο στο πορνείο ή στο λεπροκομείο κοκ. Τα περιπλανώμενα σώματα των ιδρυματικών δομών του Μεσοπολέμου θα χτίσουν τις δικές τους αόρατες γέφυρες και μέσα από τις πολλαπλές συνδέσεις των χώρων αναχώρησης και προορισμού θα αναδείξουν την πολυπλοκότητα των μέσων πειθάρχησης.
Απώτερος σκοπός των πολιτικών και μέσων πειθάρχησης είναι ο έλεγχος των κοινωνικών κραδασμών που προκαλούν οι ανθρωπογεωγραφικές ανακατατάξεις, η ρευστότητα, η παραγωγή και η αναπαραγωγή του χώρου που προκαλείται από τη συνεχή κινητικότητα των ανθρώπων. Πρόσφυγες, μετανάστες, περιπλανώμενο εργατικό δυναμικό, ασθενείς και πόρνες τοποθετούνται εξ ορισμού σε ένα πλαίσιο ανομίας, περιθωρίου, κοινωνικής έκπτωσης.
Η κρατική εξουσία παρεμβαίνει και στη μορφή των ασύλων εργασίας (Workhouses), των νοσοκομείων αλλά και της φυλακής, αναδιοργανώνει την ιδρυματική δομή και προσδίδει στις πειθαρχικές τεχνικές ένα θετικό και παραγωγικό περιεχόμενο. Οι μέθοδοι και οι τεχνικές πειθάρχησης οφείλουν να εντάξουν το σώμα των κατώτερων και κατώτατων στρωμάτων στην κοινωνία, αλλά ως σώμα λειτουργικό, εξοπλισμένο με τις απαραίτητες κοινωνικές δεξιότητες (υποταγή, πειθαρχία, οικονομία χρόνου, ακρίβεια).
Μέσω της καθοδήγησης της ζωής των φτωχών και της λαϊκής οικογένειας (φιλανθρωπία, ιατρική) το απολυταρχικό κράτος επιχειρεί κυρίως να μειώσει το κοινωνικό κόστος αναπαραγωγής του κοινωνικού σώματος, διασφαλίζοντας παράλληλα τον απαιτούμενο αριθμό εργαζομένων (Donzelot, 1997, σ. 415).
Περιπλανώμενα ασθενή σώματα στον μεσοπόλεμο
Την περίοδο 1905-1920 παρατηρείται κινητικότητα από το οικιστικό συγκρότημα των Βούρλων προς το Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο, εγκλείστων γυναικών και επισκεπτών του πορνείου. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου αναπτύχθηκαν θεωρίες που συσχέτιζαν τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και, ιδιαίτερα, τη σύφιλη με την εκδήλωση ψυχικής ασθένειας (μητρώα ιστορικού ασθενών Δρομοκαϊτείου Φρενοκομείου).
Το μεσοπολεμικό κοινωνικό σώμα βρίσκεται αντιμέτωπο με τα αφροδίσια νοσήματα, την εγκατάλειψη των παιδιών εκτός γάμου, την άνοδο της πορνείας και τη γυναικεία εγκληματικότητα που προβαλλόταν από τα δημοσιεύματα της εποχής ως «η μάστιγα της κοινωνίας» (Κοκκάλα, 2012, Θεοδώρου και Καρακατσάνη, 2010). Η άποψη του Σίγκμουντ Φρόυντ ότι οι ανδρικές ορμές δεν ταυτίζονται με μία εγγενή ανεξέλεγκτη λίμπιντο, οδήγησε το ριζοσπαστικό φεμινιστικό κίνημα στη διατύπωση ενός πλαισίου εντός του οποίου η κατάργηση της πορνείας και η εγκαθίδρυση μίας ενιαίας ηθικής και για τα δύο φύλα που θα στρεφόταν κατά του «εκφυλισμού» της κοινωνίας, αναδεικνύονταν σε κυρίαρχα αιτήματα (Μάνου, 1928, Καζαντζάκη, 1924, Harris, 1989).
Ο φόβος «έκλυσις των ηθών» και της πιθανής ασθένειας μέσω της σωματεμπορίας τοποθετούσε τη γυναικεία και ανδρική σεξουαλικότητα στον δημόσιο λόγο ως μείζον ζήτημα καίριο για τη σεξουαλική υγιεινή και ηθική. Ωστόσο, το υπό διαμόρφωση για την έκλυση των ηθών και την αντιμετώπιση των αφροδίσιων νόσων, στην ουσία αναδείκνυε την ηθική που αυτός ο δημόσιος λόγος υπερασπιζόταν (Γαϊτάννου-Γιαννού, 1931, σ. 7).
Έτσι, ενώ η πάθηση της σύφιλης μάστιζε τον πληθυσμό της Ευρώπης και, φυσικά, της Ελλάδας, εν τούτοις κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συνεδρίου κατά της Σωματεμπορίας στη Ρώμη το 1923, στο τελικό κείμενο η πλειονότητα των συμμετεχόντων αρνούταν να προτείνει ως μέτρο προφύλαξης τα προφυλακτικά, γιατί ήταν ανήθικο, σημειώνοντας ότι «καταδικάζεται η αρχή της απολύμανσης των αφροδίσιων νοσημάτων με προφυλαχτικά πακέτα, γιατί θεωρείται η μέθοδος αυτή αθλία από ηθική άποψη» (Θεοδωροπούλου, 1923, σ. 12).
Στο μεταξύ, πέρα από τη διατύπωση και έκφραση των αιτημάτων και την ένταξή τους στον δημόσιο λόγο, ένα νέο κοινωνικό πλαίσιο έχει ήδη διαμορφωθεί. Συμπεριφορές που μέχρι τότε ανήκαν στον χώρο της αμαρτίας, αποκτούν πλέον κοινωνική χροιά σε μια κοινωνία που μαθαίνει να ζει κάτω από τα πέπλα της «κοινωνικής ηθικής» και στην οποία το φεμινιστικό κίνημα γίνεται ο πυλώνας στήριξης των φιλελεύθερων μέτρων ηθικής εξυγίανσης.
Αταξία, ελευθεριότητα, απειθαρχία, αναταραχή, ανυπακοή, πορνεία, αυνανισμός, ομοφυλοφιλία δίνουν το έναυσμα για να δημιουργηθεί η ώρα της ανελευθεριότητας (Foucault, 2015, σ. 81, Foucault, 2011). Η ανελευθερία δεν αφορούσε πλέον μόνο στον πληθυσμό που βρισκόταν έγκλειστος στα κάθε λογής άσυλα, αλλά σε όλο τον πληθυσμό που καλούνταν ο ίδιος να σμιλεύσει τις ορμές του (Foucault, 2012, σ. 265-288, Σαββάκης, 2009) με βάση το αξίωμα της υποδούλωσης της ανθρώπινης κακής φύσης.
*Ο Θωμάς Σίδερης είναι δημοσιογράφος της ΕΡΤ. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Ανθρωπογεωγραφία από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ανθρωπογεωγραφίας από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Η έρευνά του επικεντρώνεται στα ασθενή περιπλανώμενα σώματα του Μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων καθώς στις ρευστές ταυτότητες που ενσωματώνουν.
