Η κυβερνητική απόφαση για το λουκέτο στα Γυμνάσια και τα Λύκεια όλης της χώρας συνιστά την ομολογία της κυβερνητικής αποτυχίας στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Αποδεικνύει έμπρακτα και με δραματικό τρόπο ότι όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έπραξε το παραμικρό ώστε να ενισχύσει το Δημόσιο Σύστημα Υγείας, ούτε βέβαια για να καταστήσει ασφαλή τα σχολεία για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Αντίθετα, όλους αυτούς τους μήνες η κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας εξαντλήθηκε στη μάσκα και τα παγουρίνα στα σχολεία, στο αντιδραστικό δόγμα της «ατομικής ευθύνης», στην καλλιέργεια κλίματος μαζικού εκφοβισμού και τρομοκράτησης, στην επιβολή ακραίων αυταρχικών μέτρων καταστολής. Και όλα αυτά για να συγκαλύψει τις δικές της εγκληματικές ευθύνες που σήμερα οδηγούν σε τραγικά αδιέξοδα και απειλούν την υγεία του λαού.
Ολο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση αρνήθηκε πεισματικά να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονιών, για 15 μαθητές στην τάξη, δωρεάν μαζικά τεστ, μέσα υγιεινής, μαζικές προσλήψεις εκπαιδευτικών και προσωπικού στην καθαριότητα. Για να συγκαλύψει τις παλινωδίες, τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της αλλά και την πολιτική της κατερείπωσης της Δημόσιας Υγείας και Παιδείας χρειάστηκε να ρίξει τόνους λάσπης. Να επιδοθεί σε μια ανελέητη εκστρατεία ψεύδους και δημαγωγίας για να πείσει την κοινωνία πως στα σχολεία «δεν τρέχει τίποτα». Στρατιές «ειδικών» και επιδημιολόγων επιστρατεύτηκαν για να πείσουν πως τα τμήματα των 25 μαθητών είναι «ασφαλέστερα» από τα ολιγομελή.
Τώρα, μπροστά στην αύξηση των κρουσμάτων, προχωρά στο λουκέτο των Γυμνασίων και των Λυκείων. Παράλληλα ενεργοποιεί την υποχρεωτική τηλε-«εκπαίδευση», ένα μέτρο που ήρθε για να μείνει και για να χτυπήσει το δικαίωμα των παιδιών στη μόρφωση, να υποβαθμίσει την παρεχόμενη εκπαίδευση, να εντείνει ακόμα περισσότερο τους αποκλεισμούς και τους ταξικούς φραγμούς. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένη την αδυναμία πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες για μια σημαντική μερίδα μαθητών, γεγονός που δημιουργεί de facto αποκλεισμούς, είναι αδιανόητο να επιβάλλεται με υποχρεωτικό τρόπο η τηλε-«εκπαίδευση» και ταυτόχρονα να προχωράει η ύλη.
Οσο και αν η Κεραμέως επιχειρεί από την έναρξη της πανδημίας να εμπεδώσει το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα για παιδιά και εφήβους, εκπαίδευση «εξ αποστάσεως» δεν υφίσταται. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να έχει απουσίες και συνέχιση της διδακτέας και εξεταστέας ύλης. Το υπουργείο πίσω από τα δάκρυά του για τους μαθητές (τους οποίους πριν από λίγο καιρό αντιμετώπισε με ΜΑΤ, χημικά, εισαγγελείς και «αγανακτισμένους») επιχειρεί να κρύψει τους ομολογημένους (καταστολή καταλήψεων) και ανομολόγητους στόχους της τηλε-«εκπαίδευσης».
Οι μαθητές όμως δεν είναι στελέχη πολυεθνικών και ο ρόλος του δημόσιου σχολείου δεν χωράει στον φροντιστηριακό τεχνοκρατισμό της τηλε-«εκπαίδευσης». Οσο και αν η Κεραμέως υποκρίνεται ότι το αγνοεί, σε καμία περίπτωση η πρόσβαση στο διαδίκτυο, οι υλικές και τεχνικές προϋποθέσεις για μαθητές και εκπαιδευτικούς δεν είναι δεδομένες. Η τηλε-«εκπαίδευση» μετατρέπεται σε ένα ισχυρό ταξικό φίλτρο.
Μπορεί η υπουργός Παιδείας να δήλωσε προχτές ότι «είμαστε καθ’ όλα έτοιμοι για τη μεταφορά της μαθησιακής διαδικασίας στην εξ αποστάσεως μορφή της», ωστόσο όλοι στα σχολεία γνωρίζουν ότι δεν έγινε καμιά ουσιαστική προετοιμασία. Η υπουργός έκανε λόγο για εξοπλισμό των σχολείων με περισσότερες από 80.000 φορητές συσκευές (από περίπου 4.500 συσκευές που υπήρχαν τον Ιούλιο του 2019), όμως αυτό δεν είναι παρά εικονική πραγματικότητα καθώς τα σχολεία δεν εφοδιάστηκαν μέχρι τώρα.
Το υπουργείο Παιδείας από τον Μάιο μίλησε για επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην εξ αποστάσεως, όμως αυτό δεν έγινε. Παράλληλα, τις προηγούμενες μέρες, το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο ενημέρωνε τα σχολεία για τις περιορισμένες δυνατότητες λειτουργίας της πλατφόρμας σύγχρονης τηλεκπαίδευσης (webex) σε σχέση με τις ταχύτητες του ίντερνετ.
Ετσι μαθαίνουμε και επίσημα ότι οι συνδέσεις ADSL με ταχύτητα 24Mbps μπορούν να υποστηρίξουν μόνο μία τηλεδιάσκεψη με webex. Αυτήν όμως την ταχύτητα έχει το 30% των σχολείων αλλά και τα περισσότερα νοικοκυριά στην Ελλάδα που διαθέτουν σύνδεση. Για παράδειγμα, σε μια οικογένεια με 24άρα οικιακή σύνδεση και δύο παιδιά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ή και σε ΑΕΙ, ΙΕΚ κ.λπ.), ακόμα κι αν υπάρχουν δύο διαφορετικές συσκευές, το ίντερνετ δεν θα σηκώνει την ταυτόχρονη τηλεκπαίδευσή τους.
Ακόμα και με ταχύτητες 50Mbps (που σύμφωνα με τα στοιχεία έχουν το 60% των σχολείων) οι ταυτόχρονες τηλεδιασκέψεις (webex) δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις 5, δηλαδή μέχρι 5 τμήματα ταυτόχρονα μπορούν να κάνουν τηλεκπαίδευση στα σχολεία. Το υπουργείο Παιδείας καλεί όλα τα Γυμνάσια και τα Λύκεια να κάνουν σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, αλλά καθόλου δεν έχει φροντίσει τα σχολεία να μπορούν να την υποστηρίξουν. Αντίστοιχες δυσκολίες θα αντιμετωπίσουν και οι οικογένειες που έχουν δύο ή περισσότερα παιδιά μαθητές ή και μέλη που εργάζονται με τηλεργασία.
Αυτό αποτελεί ακόμα μια απόδειξη πραγματικής αδιαφορίας για την εκπαίδευση των μαθητών από το υπουργείο Παιδείας, που όλο το προηγούμενο διάστημα το άφησε ανεκμετάλλευτο και δεν φρόντισε να πάρει κανένα ουσιαστικό μέτρο έτσι ώστε όχι μόνο να μην κλείσουν τα σχολεία αλλά να είναι πραγματικά έτοιμα ακόμα και αν χρειαστεί να συμβεί αυτό.
