ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «ηθική του χρέους» έχει απασχολήσει τους σημαντικότερους διανοητές του πλανήτη. Από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Νίτσε και από τον Πλάτωνα ώς τον Ανταμ Σμιθ, όλοι οι μεγάλοι σοφοί που άφησαν το αποτύπωμά τους στην παγκόσμια σκέψη ασχολήθηκαν με τις σχέσεις «δανειστή-οφειλέτη» καθώς και με τον τρόπο που το χρέος μπορεί να επηρεάσει τη ζωή των ανθρώπων. Στο «Γενεαλογία της Ηθικής» ο Νίτσε αναφέρθηκε στην «παλαιότερη και πιο πρωτόγονη» προσωπική σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, γράφοντας ότι με το χρέος «ένα πρόσωπο μετρά πρώτα τον εαυτό του έναντι του άλλου».

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των Νόμων» έγραψε ότι το δημόσιο χρέος «παίρνει το αληθινό έσοδο του κράτους από εκείνους που έχουν δραστηριότητα, για να το μεταφέρει στους νωχελικούς: δηλαδή, δίνει διευκολύνσεις για εργασία σε όσους δεν εργάζονται και βαρύνει με δυσκολίες αυτούς που όντως εργάζονται».

Οι Σκοτσέζοι Ντέιβιντ Χιουμ και Ανταμ Σμιθ φοβούνταν ότι το δέλεαρ του δημόσιου χρέους θα διαφθείρει τα κράτη και θα δημιουργήσει πολιτικές της ψευδαίσθησης και της ύβρεως. Στο όνομα της αρετής ο Τζέφερσον σε μια επιστολή του το 1809 προς τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Αλμπερτ Γκαλάτιν υποστήριξε: «Δεν υπάρχει μια μηχανή που να διαφθείρει τόσο την κυβέρνηση και να αποθαρρύνει τόσο το έθνος όσο το δημόσιο χρέος. Θα φέρει σε μας περισσότερα ερείπια εγχωρίως από όσα όλοι οι εχθροί από το εξωτερικό, κατά των οποίων υπάρχουν ο στρατός και το ναυτικό για να μας προστατεύσουν».

Ο Γκέτε στο δεύτερο μέρος του «Φάουστ» γράφει για τον Μεφιστοφελή, που συμβουλεύει τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: «Ενα τέτοιο χαρτί στη θέση του πραγματικού χρυσού είναι πρακτικό: Γνωρίζουμε ακριβώς τι κρατάμε […] Αλλά οι σοφοί, όταν θα το έχουν μελετήσει, θα τοποθετήσουν άπειρη εμπιστοσύνη σε αυτό που είναι άπειρο».

Ο προβληματισμός που εξακολουθεί να αναπτύσσεται εστιάζεται στη σχέση πιστωτή-οφειλέτη. Μια μονόδρομη σχέση που χτίζεται στο σαθρό έδαφος της «υποχρέωσης» και εκφράζεται με μια ηθικολογική γλώσσα, στην οποία συνήθως κυριαρχούν οι «άγιοι» και οι «αμαρτωλοί». Οι πιστωτές θεωρούνται «άγιοι» και οι οφειλέτες «αμαρτωλοί». Ετσι το χρέος προσωποποιείται, αναδεικνύοντας τα αισθήματα υπερηφάνειας για την αρετή και της ντροπής, της ταπείνωσης και της δυσαρέσκειας για την κακία. Αλλωστε η αρετή είναι συνδεδεμένη με τη σύνεση και τη σκληρή δουλειά των πιστωτών και η κακία με την απερισκεψία και την τεμπελιά των οφειλετών.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι αυτή η «προσωποποιημένη» προσέγγιση στην ηθική του χρέους βοηθά στο να επικεντρωθεί η αποτίμηση της «ηθικής» στην πλευρά του οφειλέτη και να συσκοτιστεί ο ρόλος του πιστωτή. Ετσι αγνοούνται ή υποτιμώνται οικονομικές και πολιτικές παράμετροι του χρέους, οι οποίες όμως σκιαγραφούν τις μεθόδους και τα κίνητρα των ελίτ.

Για παράδειγμα, ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα του τρόπου με τον οποίο ο δανειστής απέκτησε τα χρήματα που δάνεισε στον οφειλέτη. Τι ισχύει στην περίπτωση που τα χρήματα αυτά προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες; Πρόκειται για νόμιμο χρέος;

Ο οφειλέτης σε μια τέτοια περίπτωση έχει υποχρέωση να εξοφλήσει το δάνειο σ’ αυτόν που του δάνεισε ή σε εκείνους από τους οποίους απέσπασε τα χρήματα χρησιμοποιώντας εγκληματικές πρακτικές; Πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι παραπειστικές ή και οι δόλιες τακτικές του πιστωτή; Ποιες είναι οι υποχρεώσεις της πολιτείας ή και διεθνικών οργανισμών απέναντι σε τέτοια φαινόμενα; Ποια είναι η ευθύνη εκείνων που μεσολαβούν μεταξύ δανειστή και οφειλέτη σε μη νόμιμο χρέος; Πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κυβερνήσεις που ενισχύουν, παροτρύνουν και νομιμοποιούν τις ανήθικες δραστηριότητες, με τις οποίες ο/οι πιστωτής/ές απέκτησαν τα χρήματα που δανείζουν; Υπάρχει συνενοχή των τραπεζών; Υπάρχει ευθύνη των πολιτικών ελίτ που διευκολύνουν τους πιστωτές, προκειμένου αυτοί να επωφεληθούν από την αδυναμία των οφειλετών;

Με απλά λόγια, όσοι μιλούν για την ηθική του χρέους μοιάζουν με επιστήμονες που όταν εξετάζουν την ποιότητα του νερού, περιορίζονται στον έλεγχο της βρύσης και αγνοούν την πηγή.

Πριν από λίγες μέρες η έρευνα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων αποκάλυψε ότι την περίοδο 1999-2017 συναλλαγές 2 τρισ. δολαρίων που έγιναν μέσω παγκόσμιων τραπεζικών κολοσσών συνδέονται με πρόσωπα που ήταν ύποπτα για συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ κάποιες από αυτές πραγματοποιήθηκαν αφού είχαν εκδοθεί καταδικαστικές αποφάσεις.

Στις τράπεζες που έκαναν τις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται η Deutcshe Bank, η JPMorgan Chase, η HSBC, η Standard Chartered κ.ά. Πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα που ταυτοχρόνως συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά χρέους – κρατικού και ιδιωτικού. Το εύλογο ερώτημα είναι αν και πόσα από αυτά τα 2,1 τρισ. «επενδύθηκαν» -απευθείας ή μέσω fund με τη μεσολάβηση των τραπεζών- σε χρέος (ομόλογα), σε ασφάλιστρα κινδύνου ή σε άλλα συναφή πιστωτικά προϊόντα.

Σε μια ευνομούμενη και χρηστή παγκόσμια κοινότητα, όπως θέλουν να την εμφανίζουν οι ηγέτες των «μεγάλων» δυνάμεων, η έρευνα θα επεκτεινόταν σε πιο κρίσιμα θέματα, όπως για παράδειγμα: Τι ποσοστό του κρατικού χρέους βρίσκεται σε «χέρια» που σχετίζονται με εγκληματικό χρήμα; Υπάρχει συμμετοχή «βρόμικου χρήματος» σε επενδυτικά κεφάλαια (funds) που αγοράζουν χρέος – δημόσιο και ιδιωτικό; Υπάρχει συμμετοχή «μαύρου χρήματος» σε μεγάλες επενδύσεις που έχουν καθαγιαστεί μαζί με τους «επενδυτές» από τις πολιτικές ελίτ; Φυσικά τέτοιες έρευνες δεν πρόκειται να γίνουν ή αν γίνουν θα μείνουν στα συρτάρια των ελίτ και θα ανασύρονται προκειμένου να διευκολύνονται «διαπραγματεύσεις».

Ομως φανταστείτε αν από μια τέτοια έρευνα προέκυπτε ότι το 2010 ένα ποσοστό του ελληνικού χρέους ήταν σε βρόμικα «χέρια» ή ότι κάποιοι αγοραστές πακέτων «κόκκινων δανείων» είναι «δύσοσμοι» ή ότι τα χέρια κάποιων «επενδυτών», με τους οποίους συζητά και συνεργάζεται η πολιτική ελίτ, δεν είναι «καθαρά» ή… Για αυτό η «ηθική», τουλάχιστον ως προς το χρέος, είναι τόσο ελαστική και προσαρμοστική, ώστε να μπορεί να μετατρέπεται σε πολυεργαλείο.

ΥΓ. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται από τις αρμόδιες «αρχές» και οι συμβιβασμοί που έπονται είναι απτή απόδειξη της άρνησης των πολιτικών ελίτ να φτάσουν μέχρι τη ρίζα.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας