Το αφήγημα στο οποίο βασίστηκε το κυβερνών κόμμα για να κερδίσει πριν από έναν χρόνο τις εκλογές ήταν η… «αριστεία». Υποσχόταν ότι η διακυβέρνηση και η διαχείριση θα γίνονταν από ανθρώπους που ξεχώριζαν για τις γνώσεις και την εμπειρία τους και οι δεξιότητες αυτές θα εξασφάλιζαν την ανάπτυξη. Σήμερα, είναι πλέον φανερό ότι ο ορισμός των λέξεων «αριστεία» και «άριστος» που έχει κατά νου ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Δημοκρατίας των κλασικών χρόνων της αρχαιότητας που επικαλείται, προκειμένου να πείσει για την ορθότητα των επιλογών του.
Η έννοια της Αριστείας στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν ένας χαρακτηρισμός αποκομμένος από το γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι Αριστοι ήταν άνθρωποι με δεξιότητες και αρετές που ξεχώριζαν σε ένα οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο προήγε την ισότητα των ευκαιριών, τη συρρίκνωση των ανισοτήτων και την ισορροπία των εξουσιών. Με απλά λόγια, οι Αριστοι στην αρχαιότητα υπηρετούσαν το σύνολο σε αντίθεση με σήμερα που συμπεριφέρονται σαν… ιδιοκτήτες του.
Από τον 4ο αιώνα π.Χ., στην Αθήνα [1] και σε εκατοντάδες άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη, οι περισσότεροι γηγενείς ενήλικες αρσενικοί ήταν συμμετοχικοί πολίτες, οι οποίοι καθόριζαν τις πολιτικές σε συμβούλια πολιτών και σε συνελεύσεις, έκριναν νομικές υποθέσεις ως ένορκοι σε λαϊκά δικαστήρια και εκλέγονταν ή επιλέγονταν με κλήρο ως δημόσιοι αξιωματούχοι. Επίσης -τουλάχιστον- στην Αθήνα, η ισχύς μιας εξουσίας περιοριζόταν με τη λειτουργία των άλλων εξουσιών οι οποίες λειτουργούσαν ως αντίρροπες δυνάμεις.
Για παράδειγμα, η νομοθετική εξουσία του λαού μετριαζόταν από δημοκρατικά θεσπισμένους κώδικες θεμελιωδών νόμων. Μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., κάθε καθημερινή απόφαση πολιτικής που λαμβανόταν από την αθηναϊκή Βουλή και τη συνέλευση, ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται σε ένα σώμα γραπτού συνταγματικού δικαίου. Και ο νόμος αυτός εφαρμοζόταν, καθώς όταν οι πολιτικοί προσπαθούσαν να προωθήσουν μέτρα τα οποία αγνοούσαν αυτό το «Σύνταγμα», κινδύνευαν να χάσουν το δικαίωμα να προτείνουν νομοθεσία. Οι νόμοι προστάτευαν αποτελεσματικά τα ακίνητα, την αξιοπρέπεια και τα σώματα των πολιτών και ώς έναν βαθμό των μη πολιτών επίσης, ενάντια στην εκμετάλλευση από υπερ-φιλόδοξους άρχοντες ή ισχυρά άτομα, δηλαδή αυτούς που σήμερα χαρακτηρίζουμε ελίτ.
Επίσης η «Αριστεία» αξιολογούνταν σε ένα περιβάλλον το οποίο στόχευε να ελέγξει την ανισότητα σε επίπεδα που θεωρούνταν από την κοινωνία αποδεκτά. Ενα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της οικονομίας στη δημοκρατική Αθήνα ήταν το σχετικά χαμηλό επίπεδο της εισοδηματικής ανισότητας (αφού συνυπολογιστεί και ο μεγάλος αριθμός ξένων εργατών καθώς και των σκλάβων).
Ο αθηναϊκός δείκτης ανισότητας, σύμφωνα με τον Μπράνκο Μιλάνοβιτς (πρώην επικεφαλής ερευνητή οικονομολόγο στην Παγκόσμια Τράπεζα) είναι μικρότερος από εκείνον οποιασδήποτε άλλης αρχαίας οικονομίας για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Είναι σήμερα γνωστό ότι η συρρίκνωση των ανισοτήτων επιδρά θετικά στην οικονομική ανάπτυξη καθώς υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της σχετικά χαμηλής ανισότητας και της ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Η ανάπτυξη με τη σειρά της επέδρασε σε όλους τους επιμέρους οικονομικούς και ποιοτικούς δείκτες που καταγράφουν την ευημερία. Τον 4ο π.Χ. αιώνα, 8-10 εκατομμύρια άνθρωποι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση είχε σχεδόν διπλασιαστεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο και πιθανώς τριπλασιάστηκε στην Αθήνα. Ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης ήταν πολύ γρήγορος σε σύγκριση με άλλους αρχαίους πολιτισμούς και αυτό επέδρασε θετικά στις συνθήκες διαβίωσης.
Μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη, τον 4ο αιώνα π.Χ., σχεδόν το ένα τρίτο των Ελλήνων ζούσε στις πόλεις με περισσότερους από 5.000 κατοίκους. Από τις καλύβες της εποχής του Ομήρου οι Ελληνες της εποχής του Αριστοτέλη κατοικούσαν σε σπίτια διώροφα, συγκρίσιμα σε μέγεθος με τις σύγχρονες κατοικίες. Η εγχρήματη οικονομία διευρύνθηκε καθώς το κράτος έκοβε αργυρά νομίσματα συγκεκριμένου βάρους και καθαρότητας, για να διευκολύνει τις συναλλαγές. Κρίνοντας από τον αριθμό των κερμάτων που είναι γνωστά στους αρχαιολόγους, η προσφορά χρήματος αυξήθηκε απότομα μεταξύ του 6ου και του 4ου αιώνα π.Χ. Οι συναλλαγές εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένων των σκλάβων), βιομηχανικών προϊόντων και ειδών πολυτελείας ανθούσαν.
Δεν έχει κάποιος παρά να αναζητήσει τις ομοιότητες και τις διαφορές στην πολιτική φιλοσοφία του τρόπου οργάνωσης, αλλά και στις αξίες της αρχαίας Αθήνας και των άλλων ελληνικών πόλεων της κλασικής εποχής με τη σημερινή Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη, για να αντιληφθεί ότι σήμερα οι «καπετάνιοι» οδηγούν το «καράβι» κατευθείαν στα βράχια. Οι «Αριστοι» που έχουν αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου είναι πλέον εμφανές ότι προσπαθούν να ενισχύσουν την εκτελεστική εξουσία σε βαθμό που να μπορεί να ελέγχει και να χειραγωγεί όλες τις υπόλοιπες. Ταυτοχρόνως με συγκεκριμένες επιλογές διευρύνουν τις ανισότητες καθώς θεωρούν την ανάπτυξη μια υπόθεση που αφορά τις ελίτ του πλούτου και στην οποία ο ρόλος όλων των υπολοίπων είναι κάτι σαν «αναγκαίο κακό».
Αδιαφορούν για τη διαφαινόμενη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των περισσοτέρων, αφού πρεσβεύουν ότι στις κοινωνίες επικρατεί ο πολιτικός και οικονομικός δαρβινισμός που συνδέει την παντοδυναμία με τον πλούτο. Δεν διστάζουν να προσφέρουν ακόμα και το φυσικό περιβάλλον για να κολακέψουν και να προσελκύσουν τους ισχυρούς, αγνοώντας εκείνους που αντιδρούν προειδοποιώντας για μη αναστρέψιμες καταστροφές. Προκειμένου να υλοποιήσουν όσα έχουν κατά νου, αγνοούν βασικούς κανόνες της συμμετοχικής δημοκρατίας καθώς θεωρούν ότι η συμμετοχή δεν μπορεί να υπερισχύσει της «πειθούς» των κλομπ. Ετσι όμως απομακρύνονται από τους δημοκρατικούς και τους νομικούς θεσμούς από τους οποίους προήλθε η ευημερία της ελληνικής αρχαιότητας.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
[1] Οι πληροφορίες για τα οικονομικά της Ελλάδας των κλασικών χρόνων προέρχονται από το άρθρο: «Advice From Antiquity, Economic Lessons From Ancient Greece» του Josiah Ober, καθηγητή Πολιτικών Επιστημών και Κλασικών Σπουδών στο Stanford University και συγγραφέα του βιβλίου «The Rise and Fall of Classical Greece» (Princeton, 2015)
