Στην εποχή του διάσημου και πάντα επίκαιρου δοκιμιογράφου Μισέλ ντε Μονταίνι (1533-1592) έχει εξαπλωθεί το πνεύμα της Αναγέννησης από τις ιταλικές πόλεις σε ολόκληρη τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Το ανθρώπινο πνεύμα, αποδεσμευμένο από τις μεσαιωνικές αγκυλώσεις, ξεκινά εκ νέου την πτήση του για υψηλότερες διανοητικές σφαίρες, πιάνοντας το νήμα από την πλούσια πνευματική παρακαταθήκη που άφησε ο αρχαίος κόσμος. Τα γράμματα, οι τέχνες, οι επιστήμες γνωρίζουν αλματώδη ανάπτυξη.
Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν αρχίσει να συγκροτούνται με τη σύγχρονη μορφή τους, καθώς οι φεουδαλικές διαιρέσεις και μικροηγεμονίες δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε οντότητες που εισέρχονται στη φάση της εθνικής ομογενοποίησης. Οι διαδικασίες αυτές αποτυπώνονται πολιτικά με την εμφάνιση εθνικών μοναρχιών που καταπολεμούν κάθε διασπαστική δραστηριότητα. Το άνοιγμα των πνευματικών οριζόντων συντελεί στην ανάπτυξη και συνδέεται με μια νέα κοσμοαντίληψη, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας είναι και το αντίστοιχο πλάτεμα των γεωγραφικών οριζόντων με την ανακάλυψη των νέων ηπείρων.
Ωστόσο, αυτές οι ανακατατάξεις γίνονται αιτία για την ανάπτυξη έντονων ανταγωνισμών μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, καθένα από τα οποία προσπαθεί να κυριαρχήσει πολιτικά και να εδραιωθεί οικονομικά στο παγκόσμιο στερέωμα. Ξεκινά έτσι η περίοδος της αποικιοκρατίας που διαμόρφωσε τον νεωτερικό κόσμο.
Παράλληλα με τον πολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό, αλλά και εξαιτίας αυτού, εμφανίζεται και ο θρησκευτικός ανταγωνισμός, με την ανάδυση του προτεσταντικού δόγματος που αντιμάχεται το ρωμαιοκαθολικό θρησκευτικό κέντρο της Ρώμης. Οι αντιπαλότητες αυτές θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Τριαντακονταετούς Πολέμου (1618-1648), που ξεκίνησε από τη Γερμανία και στη συνέχεια έλαβε πανευρωπαϊκό χαρακτήρας. Ο πόλεμος αυτός τερματίστηκε με τη συνθήκη της Βεστφαλίας που βρήκε την Ευρώπη χωρισμένη σε προτεσταντικό Βορρά και καθολικό Νότο, αλλά ταυτόχρονα σηματοδότησε και τη μετατόπιση του οικονομικού και πολιτικού κέντρου της Ευρώπης από τις ιταλικές πόλεις στις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης.
Στις μέρες μας έχει συντελεστεί σε μεγάλο βαθμό η λεγόμενη «αποαποικιοποίηση». Οι περισσότερες παλιές αποικίες έχουν μετατραπεί σε ανεξάρτητα κράτη. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκίνησε με αργά βήματα κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και εντάθηκε στις μεταπολεμικές δεκαετίες, με βάση τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών και το πνεύμα της πολιτικής αυτοδιάθεσης των λαών που τότε βρήκε ποικίλους τρόπους έκφρασης. Δυστυχώς, πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι πρόκειται για ανεξαρτησία μόνο στα χαρτιά.
Τα περισσότερα μικρά και νεοσύστατα κράτη παρέμειναν και παραμένουν ακόμα δέσμια των γεωπολιτικών, οικονομικών και γεωστρατηγικών επιδιώξεων των «μεγάλων δυνάμεων» και καλούνται να αναπτύξουν και να επιδείξουν ιδιαίτερες δεξιότητες σε μια διαρκή αναζήτηση των βέλτιστων σημείων ισορροπίας ανάμεσα στα συγκρουόμενα συμφέροντα των δυνάμεων αυτών. Επιδιώξεις και συμφέροντα που γίνονται ολοένα και περισσότερο πολύπλοκα και αλληλένδετα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Ακόμα και στις μέρες μας, που η απειλή του κορονοϊού επικρέμαται πάνω από ολόκληρη την ανθρωπότητα, οι «μεγάλες δυνάμεις» δεν έχασαν την ευκαιρία να επιδοθούν σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό που αφορά την ανάπτυξη και την προσφορά προς τον παγκόσμιο πληθυσμό ενός αποτελεσματικού εμβολίου.
Αντί της παγκόσμιας συνεννόησης και της κοινής προσπάθειας που επιτάσσουν οι τραγικές συνθήκες της πανδημίας, επικρατεί ο περιττός και ατελέσφορος ανταγωνισμός για την «πρωτιά» στην παρασκευή του περιζήτητου εμβολίου. Οι επιστημονικά, τεχνολογικά και οικονομικά υστερούσες χώρες και οι λαοί τους απλά παρακολουθούν ως κομπάρσοι αυτή την ανόητη κοκορομαχία των ισχυρών για το ποιος θα «πρωτοσώσει» την ανθρωπότητα.
Δυστυχώς για το λυπηρό αυτό φαινόμενο δεν έχουν ευθύνη μόνο οι ανερμάτιστοι πολιτικοί, αλλά και η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα που για μια ακόμα φορά κινείται σε τροχιά πολύ κατώτερη των περιστάσεων και της κοινωνικής της ευθύνης. Από την πρώτη στιγμή της εκδήλωσης της επιδημίας, πριν καν αυτή λάβει τον χαρακτήρα πανδημίας με τον τραγικό απολογισμό σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και τον καθοριστικό της ρόλο στην επιβράδυνση της οικονομίας και τη διαφαινόμενη έντονη φτωχοποίηση, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα θα έπρεπε να κινηθεί αποφασιστικά και να αρθεί υπεράνω των όποιων πολιτικών επιδιώξεων και ιδιωτικών συμφερόντων.
Θα έπρεπε να προσπαθήσει να ενώσει όλους τους εμπλεκόμενους επιστημονικούς φορείς σε μια από κοινού προσπάθεια αντιμετώπισης της κατάστασης. Θα έπρεπε να προτάξει τον κοινωνικό χαρακτήρα της αποστολής της και όχι να αφεθεί να καθυποτάσσεται στα κελεύσματα πολιτικών που ηγούνται δυνάμεων παγκόσμιας ισχύος, αλλά δε διαθέτουν ούτε στο ελάχιστο την κοινωνική ευαισθησία και την ενσυναίσθηση που επιβάλλει ο ρόλος τους.
«Δεν υπάρχει ευνοϊκός άνεμος γι’ αυτόν που δεν ξέρει πού πηγαίνει» έγραφε τον 16ο αιώνα ο Μονταίνι. Καλύτερα δεν θα μπορούσε να το πει, τόσο για την εποχή του, όσο και για τη δική μας. Διαθέτουμε εκπληκτικές επιστημονικές δυνατότητες, αλλά και μια πολύ πλούσια Ιστορία για να διδαχθούμε από αυτή. Ο άνεμος που σπρώχνει την ανθρωπότητα και κινεί το παγκόσμιο πνεύμα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ούριος. Αρκεί να γνωρίζουμε προς τα πού θέλουμε να κατευθυνθούμε.
* (Ph.D.)2, αναπληρωτή καθηγητή Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
