Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η φράση τής Σιμόν ντε Μποβουάρ, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 (ενταγμένη στο δεύτερο κύμα του γυναικείου κινήματος που είχε ανθίσει εκείνα τα χρόνια), παραμένει ακόμα και σήμερα φρέσκια, δροσερή και , φυσικά, νοηματοδοτεί  τα χαρακτηριστικά τής θηλυκότητας και του ανδρισμού: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι αλλά γίνεσαι». Δηλαδή το σύνολο «άντρες» ή το σύνολο «γυναίκες» με τις αντίστοιχες «κατοχυρώσεις», αφορά μια κοινωνική/πολιτισμική κατασκευή και όχι την πραγματική διάκριση ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο. Με το τελευταίο να συγκροτείται από μόνο του μέσω της αμοιβαίας επίδρασης και όχι ως ένα μείγμα προσδιορισμών.

Κι εδώ έχει ενδιαφέρον να δούμε την κριτική που ασκήθηκε από το φεμινιστικό κίνημα στον Φρόιντ, καθώς ο τελευταίος είχε συνδέσει την πορεία των κοριτσιών προς  τη θηλυκή ταυτότητα με την αναγνώριση της έλλειψης φαλλού. Κάτι που δημιουργούσε αίσθημα κατωτερότητας στα κορίτσια για το φύλο τους, σύμφωνα πάντα με τον Φρόιντ, αν και η πραγματικότητα είναι ότι πολύ εύκολα μια τέτοια θέση μπορεί να λειτουργήσει ως η βάση σε ένα καταπιεστικό εποικοδόμημα για τις γυναίκες. Με τον εργαλειακό ρόλο να αφορά τους άντρες και τον εκφραστικό ρόλο τις γυναίκες στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες, δηλαδή σε όλες, καθώς τελικά το βιολογικό φύλο γίνεται δεσμευτικός προσδιορισμός στην ίδια τη συγκρότηση της ταυτότητας. Άρα η αναπαραγωγή αυτής της συγκρότησης εντάσσεται στο παραδοσιακό μοντέλο, που στερεί από τις γυναίκες τη θέση τους σε διάφορα πεδία του κοινωνικού.

Αλλά αυτή η διαδικασία δεν αφορά και δεν μπορεί να αφορά τις γυναίκες μονοσήμαντα. Δηλαδή ως μια κατηγορία που δεν αλληλεπιδρά στο πεδίο του κοινωνικού, που είναι και πολιτικό αλλά, σαφώς, και αισθητικό. Όλα αυτά σκεφτόμουν όταν τελείωσα την ανάγνωση του Μόνο για σένα και τον Άλκη (εκδ. Παρατηρητής), της Αθηνάς Τερζή, που πιάνει άριστα όλη την έκταση στις γυναίκες και τις θηλυκότητες: Από την εγγονή Αλκμήνη και τη Λυδία με την τσακισμένη παιδικότητα, μέχρι την Ουρανία, την Ασημίνα, την κυρά Βασιλική. Ένα εξαιρετικό σπονδυλωτό μυθιστόρημα, από μια (τότε) εφηβική πένα, που άνοιξε τον δρόμο στη συγγραφέα που συναντήσαμε μέσα στα επόμενα χρόνια με εξίσου ολοκληρωμένες εργασίες.

Ανατρέπει την κατεστημένη ανδροκρατούμενη εικόνα της κοινωνικής στερεοτυπικής έκφρασης, τοποθετώντας στη θέση της τη βάση για το σωστό ερώτημα πριν από κάθε προσπάθεια για απάντηση: Δεν είναι ο έρωτας που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Οι ερωτευμένοι είναι. Και η Α. Τερζή προσεγγίζει αυτή τη θέση με τη μαεστρία που αφορά τους σημαντικούς γραφιάδες, με οχτώ αφηγήματα που διαβάζονται λες και γράφτηκαν σήμερα, αν και έχουν περάσει 20 χρόνια, ακριβώς επειδή η διαχρονικότητα του νοήματος μπορεί να δώσει τη δροσιά φρεσκοστυμμένης  λεμονάδας στη θέρμη του καλοκαιριού. Κλείνοντας, δύο λόγια από το βιβλίο: «Τα δάχτυλα σαν να τρεμόπαιξαν. Άρχισαν να γλιστρούν στα σεντόνια. Λούφαξαν για λίγο στο λακάκι που κούρνιαζε κοντά στο στέρνο. Παρατεταμένο το ταξίδι πάνω της. Τα αισθάνθηκε να ροδίζουν στο κορμί της. Καιγόταν η βελούδινη επιφάνεια».