Οι πολλές αντικρουόμενες απόψεις και παλινωδίες που εκφράστηκαν από επιστήμονες και ιδίως τους επιδημιολόγους κατά τη διάρκεια της μεγάλης πανδημίας του κορονοϊού κατέδειξαν τους περιορισμούς και την κατεύθυνση που έχει πάρει η επιστημονική έρευνα, τους κοινωνικούς προσανατολισμούς της, αλλά και -αντίθετα με την αποστολή στην οποία την ενέτασσε ο Μαξ Βέμπερ- τη «μυθοποίησή» της, κυρίως βάσει της εικόνας της οποίας έχουν φιλοτεχνήσει με κύριο θέμα την τεχνική και την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων τα μέσα ενημέρωσης.
Ιδίως εκείνο που ετέθη υπό συζήτηση, με αιχμή του δόρατος την ιατρική-φαρμακευτική και βιοτεχνολογική έρευνα τούτες τις μέρες, είναι η «ηθική ουδετερότητα» του επιστήμονα και το πού και για ποιους στρέφονται οι έρευνες, αλλά και η σχέση του επιστήμονα με την πολιτική, τις λήψεις αποφάσεων και τον κοινωνικό ή βιοπολιτικό, έλεγχο που προκύπτει από τη συμπλοκή τούτη.
Δεν είναι τυχαίο που στην υγειονομική τούτη κρίση η προσδοκία για την αποτελεσματικότητα της επιστήμης στη θεραπεία της Covid-19 εναλλασσόταν με μια συνομωσιολογία για τον πραγματικό της ρόλο στη γένεσή της και στους σκοπούς της.
Οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί (που είδαμε ολοκάθαρα στις διαμάχες του ΠΟΥ με κυβερνήσεις, στην «άμιλλα» των εταιρειών για φάρμακα, εμβόλια, αγωγές, οικονομικά οφέλη) καλύπτονται με τη συνέργεια των μέσων από τη διαμόρφωση προτύπων, βιοτικών και γνωσιακών, προάγοντας μια «αγοραία γνώση» και μια folk psychology.
Και για τον «επιστήμονα-φιλάνθρωπο» και για την «κυβέρνηση -φιλάνθρωπο», υπό τη σκέπη της οποίας τίθεται de facto η επιστημονική έρευνα, που όχι μόνο χρησιμοποιεί άμεσα τα πορίσματά της για να εφαρμόσει τον κοινωνικό έλεγχο, αλλά παράλληλα επωφελείται από την τομεακή συγκρότησή της για να εφαρμόσει τα μοντέλα της στον σημερινό καταμερισμό εργασίας του γνωσιακού εργαζόμενου, τη διεύρυνση της τεχνικής ως μέσου, την ορθολογική οργάνωση της εργασίας και των τομέων της, τον έλεγχο και τη χειραγώγηση των προσανατολισμών και των στόχων του, μέσα σε ένα πλαίσιο ηθικής ουδετερότητας για τους σκοπούς που εξυπηρετεί.
H επιστήμη, όπως συμβαίνει και σε πολλούς άλλους τομείς όπου έχει κυριαρχήσει η «ευκολία» της τεχνητής νοημοσύνης σε υπολογισμούς και συστήματα και μοντέλα προβλέψεων, αλλά κυρίως έχοντας τεχνοκρατικά υποδουλωθεί στις ανάγκες της αγοράς και του εμπορίου, έχει απολέσει προ πολλού τη δυνατότητα της «πρόνοιας». Αδυνατεί να θέσει εαυτόν, ακόμη κι υπό τον κίνδυνο των πολλαπλών διαψεύσεων, στο κυνήγι ενός στόχου που δεν έχει άμεσο εμπορικό αντίκτυπο.
Η αναγκαιότητα της πρακτικής εφαρμογής του επιστημονικού έργου, ο αποκλεισμός του οικονομικού κόστους και οι πιεστικοί χρόνοι για τα εργαστηριακά πειράματα και την επιτυχία τους, η σύνδεση του επιστημονικού έργου με την εταιρεία -χορηγό (ιδίως μετά και την καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση της παιδείας σε πολλά μέρη του κόσμου) αποσπούν τον επιστήμονα από οποιοδήποτε «όραμα» καθαρής επιστημονικής έρευνας για την αποκάλυψη των μηχανισμών λειτουργίας της ανθρώπινης ζωής και του περιβάλλοντος κόσμου και τον παραδίδουν στους μηχανισμούς που δουλεύουν για τις ανάγκες του καταναλωτισμού ή για τη δημιουργία -μέσω των νέων επιστημονικών επιτευγμάτων- νέων καταναλωτικών αναγκών.
Στην πανδημία κύρια αιχμή της προσέγγισης ήταν οι υποθέσεις των επιδημιολόγων με βάση τη στατιστική. Ομως η στατιστική εδράζεται πάνω στην επεξεργασία a posteriori πάντα των δεδομένων, που κατ’ αρχάς ευελπιστούμε -και συχνά χειραγωγούμε ώστε να το επιτύχουμε- ότι θα επιβεβαιώσουν κι εμπειρικά μία a priori έννοια, υπόθεση, σκοπό, βούληση. Μόνο που η στατιστική αντιμετώπιση εν προκειμένω και η διαμόρφωση στρατηγικών δεν μπορεί να γίνει μονομερώς, ούτε καν μόνο σε ιατρικό επίπεδο.
Η επιδημιολογία, δουλεύοντας μόνο τεχνοκρατικά στους ενδιάμεσους χρόνους, εξάγοντας συμπεράσματα μόνο για τις συνέπειες κάποιου συμβάντος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί το κράτος και οι φαρμακευτικές εταιρείες στον σχεδιασμό τους, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να διαπιστώσει συνδυαστικά ποιες είναι οι αιτίες, ποικίλες και συνδεόμενες με άλλες τεχνοκρατικές αποφάσεις, για τη δημιουργία τέτοιων καταστάσεων και να εκπονηθούν προληπτικές και ικανά αποτρεπτικές δράσεις.
Ουδέποτε ελήφθη υπ’ όψη ο κοινωνικός παράγοντας στον σχεδιασμό. Και λέγοντας κοινωνικός παράγοντας εννοούμε τον ορισμό των κοινωνικών τάξεων με βάση το συγκεκριμένο οικονομικό κριτήριο του καθορισμού των δυνατοτήτων που έχει ένα σύνολο πολιτών για πρόσβαση σε υπηρεσίες και για καθορισμό του επιπέδου ζωής και υγείας του κι όχι ο πληθυσμός υπό μια αφηρημένη έννοια.
Ναι μεν οι ηλικιωμένοι, οι έχοντες υποκείμενα νοσήματα, κ.λπ. βρίσκονται στην επικίνδυνη ζώνη, όμως ελάχιστα μιλούσαμε κι εξακολουθούμε ν’ αναφερόμαστε σε όσους δεν έχουν καν την πολυτέλεια να πάνε σε νοσοκομείο, να μείνουν σπίτι, να έχουν φάρμακα κ.ο.κ. Η πρόβλεψη κι ανάλυση των επιδημιολόγων είναι πολύ επιλεκτική ως προς το σημείο τούτο, αποκλειστικώς μαθηματική κι όχι «κοινωνιολογική».
*δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/Γλωσσολογίας
