Ενας δάσκαλος στο γυμνάσιο, φιλόλογος, έλεγε ότι τις αλλαγές στη ζωή μπορείς να τις αντιληφθείς από τα λεξικά. Η παρουσία ή η απουσία λέξεων και η ερμηνεία τους αποκαλύπτουν τις μεταλλάξεις που έχουν υποστεί προκειμένου να εκφράσουν την πραγματικότητα της κάθε εποχής. Πριν από μερικές μέρες, διαβάζοντας στην «DW» ένα άρθρο για την εξέλιξη του τουρισμού από την εποχή των προσκυνητών μέχρι σήμερα, θυμήθηκα τα λόγια του και ανέτρεξα σε τρία λεξικά.
Το πρώτο, του Βυζάντιου, κυκλοφόρησε στα μέσα του 19ου αιώνα. Το δεύτερο, του Δημητράκου, στα μέσα του 20ού αιώνα, και το τρίτο, του Μπαμπινιώτη, είναι σύγχρονο. Στο πρώτο η λέξη «τουρισμός» δεν υπήρχε. Στο δεύτερο, ήταν συνδεδεμένος με την περιήγηση. Η σύγχρονη περιγραφή του Μπαμπινιώτη περιέχει τις λέξεις «οργανωμένος» και «μαζικός» για να περιγράψει τη μετάβαση του τουρισμού από την εποχή των περιηγητών στη σημερινή βιομηχανική οργάνωση.
Από τις καταγραφές αυτές αντιλαμβάνεσαι ότι οι «σοφές» ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας επέλεξαν να στηρίξουν την ελληνική οικονομία, δηλαδή την επιβίωση των Eλλήνων, σε ένα… νήπιο.
Η «ηλικία» της τουριστικής βιομηχανίας –με την τωρινή της μορφή– δεν ξεπερνά τον μισό αιώνα ζωής, σε αντίθεση με τη γεωργία αλλά και με τη μεταποίηση, τα πιστοποιητικά γέννησης των οποίων χάνονται στον χρόνο. Και όχι μόνο συνέδεσαν τις τύχες της χώρας με μια δραστηριότητα για την οποία ήξεραν ελάχιστα πράγματα, αλλά πρόσδεσαν σε αυτήν παραδοσιακές δραστηριότητες που ήταν η «ταυτότητα» του τόπου.
Σε λιγότερο από 20 χρόνια, αντί ο τουρισμός να συμπληρώνει τη γεωργία και την υποτυπώδη βιομηχανία, φτάσαμε στο σημείο οι δυο αυτές δραστηριότητες να εξαρτώνται αποκλειστικά από την τουριστική βιομηχανία. Ηταν μάλιστα τόση η μανία τους να διαλύσουν οτιδήποτε άνθιζε εκτός τουρισμού, ώστε προσπάθησαν να τουριστικοποιήσουν και τον πολιτισμό. Πρόχειροι και ημιμαθείς αγνόησαν ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά ενός ισχυρού κράτους: το πολιτιστικό του αποτύπωμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο «The grand Chessboard» ο Μπρζεζίνσκι ανέφερε την πολιτιστική ισχύ ως έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Και αυτοί εδώ, τι έκαναν; Το μοναδικό αναγνωρίσιμο ελληνικό «προϊόν», τον πολιτισμό, προσπάθησαν να το προσαρμόσουν στα καλούπια του τουρισμού. Συμπεριφέρθηκαν με τον φανατισμό του νεοφώτιστου και δεν έσκυψαν το κεφάλι για να διαβάσουν ένα προς ένα τα χαράγματα στα μάρμαρα του Σουνίου.
Αν το έκαναν, θα ανακάλυπταν ότι από εκεί είχαν περάσει μερικοί από τους πιο διάσημους ανθρώπους του 19ου και πρώιμου 20ού αιώνα. Αγνόησαν, επίσης, παλιές ιστορίες που δείχνουν ότι εμβληματικά μέρη στην Ελλάδα, όπως η Τήνος, υποδέχονταν δεκάδες χιλιάδες τουρίστες-προσκυνητές από τη λεκάνη της Μεσογείου και τη Μαύρη Θάλασσα. Τα μάρμαρα, το βιβλίο επισκεπτών της Μεγαλόχαρης και οι στατιστικές της γεωργικής παραγωγής του νησιού από τον ύστερο 19ο αιώνα, είναι πειστήρια για το πώς οι τόποι μπορούν να κρατούν ισορροπίες.
Το άρωμα του ευρώ τούς μέθυσε και αγνόησαν ακόμα και τις πιο πρόσφατες εμπειρίες: Της Αιγύπτου, που οδηγήθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα που έδιωξαν τον τουρισμό. Της Τουρκίας, που μετά τους λεονταρισμούς στη Ρωσία αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει μπρος στην απουσία των Ρώσων τουριστών. Την αγωνιώδη προσπάθεια της Γαλλίας να αντιμετωπίσει το πλήγμα που δέχτηκε ο τουρισμός μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα των ισλαμιστών. Το τσουνάμι, που παρέσυρε τις οικονομίες της ΝΑ Ασίας. Τις επιδημίες, που έχωσαν –ακόμα πιο βαθιά– στη φτώχεια οικονομίες όπως της Αϊτής που βασίζονταν στον τουρισμό…
Ετσι, ο κορονοϊός αποτελείωσε ό,τι είχε απομείνει όρθιο από τα Μνημόνια, καθώς όλα αυτά τα χρόνια καμία μνημονιακή κυβέρνηση δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις για να κατασκευάσει ένα αναπτυξιακό μοντέλο στο οποίο ο τουρισμός δεν θα ήταν ο πυλώνας, αλλά ένα «εξάρτημα» ανάμεσα στα άλλα. Εφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναβαθμίσουν τους εκπροσώπους της τουριστικής βιομηχανίας σε προνομιακούς συνομιλητές, με ειδικό βάρος μεγαλύτερο από αυτό του ΣΕΒ, και να εκλιπαρούν τους υπαλλήλους των πολυεθνικών του τουρισμού για μια καλή κουβέντα.
Οι κυβερνήτες αποδείχτηκαν –και– ανιστόρητοι, αφού δεν διδάχτηκαν τίποτα από τις περιπέτειες που υπέστη ο τόπος στο παρελθόν εξαιτίας της ολοκληρωτικής εξάρτησης από τη σταφίδα και τον καπνό. Πλέον, για να αποφύγουν την οικονομική κατάρρευση, ανταλλάσσουν την υγεία των Ελλήνων με τα τσάρτερ και δεν αναζητούν τρόπους ώστε στην επόμενη μεγάλη κρίση η ελληνική οικονομία να είναι θωρακισμένη. Το εύλογο συμπέρασμα είναι ότι δεν ενδιαφέρονται για τίποτα, πέραν της πολιτικής τους επιβίωσης και αυτό δυστυχώς χαρακτηρίζει το σύνολο του πολιτικού συστήματος που στέκεται βουβό και άπραγο.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
