«Ελλάς – Γαλλία Συμμαχία» έλεγε η μητέρα μου το 1980 (μέρες Μιτεράν – Ανδρέα Παπανδρέου τότε). Σήμερα, θα έλεγα «Ελλάς – Ιρλανδία Συμμαχία»… στην κοντόφθαλμη διαχείριση απορριμμάτων. Ας δούμε το γιατί και πώς.
Ελλάδα: θεωρητικά υπάρχει από το τέλος του 2015 ένα Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) που εγκρίθηκε με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 49 της 15.12.2015 και ένα Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Επικίνδυνων Αποβλήτων (ΕΣΔΕΑ) που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ οικ.62952/5384/2016 (ΦΕΚ Β΄ 4326, 30.12.2016). Και λέμε θεωρητικά, μια και στην πράξη τίποτα δεν έχει υλοποιηθεί. Για παράδειγμα στον Ασωπό, ακόμα και σήμερα, είναι άγνωστος ο τρόπος με τον οποίο οι ρυπαντές διαχειρίζονται τα απόβλητά τους. Και μια και δεν υπάρχουν πλέον εντατικοί έλεγχοι από τους επιθεωρητές Περιβάλλοντος, η κατάληξή τους είναι άγνωστη.
Πρόσφατα, με αφορμή τον θάνατο του Βασίλη Μάγγου (που είχε πάει σε μια πορεία κατά της καύσης απορριμμάτων από την ΑΓΕΤ-Ηρακλής στον Βόλο, την μέρα που ξυλοκοπήθηκε άγρια από την ΕΛ.ΑΣ.) ήρθε ξανά στο φως της επικαιρότητας η καύση σκουπιδιών. Πρόσφατα, η κυβέρνηση ολοκλήρωσε με διαδικασία απλής τροποποίησης την περιβαλλοντική αδειοδότηση της «ΤΙΤΑΝ» στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης για την καύση των «απορριμματογενών καυσίμων» SRF και RDF, μέσα σε συνθήκες πανδημίας. Ετσι, άλλη μια τσιμεντοβιομηχανία (έπειτα από εκείνη στον Βόλο) αδειοδοτήθηκε να καίει SRF και RDF.
Η αδειοδότηση είναι όμως προβληματική, μια και δεν ελέγχονται τα εισερχόμενα προς καύση απορρίμματα για ενδεχόμενα τοξικά απόβλητα και δεν ελέγχει το κράτος τα επίπεδα των εκλυόμενων μικροσωματιδίων (particulatematter, PM 10 και PM2,5 είναι οι τεχνικοί όροι), διοξινών και βαρέων μετάλλων. Με δεδομένη την τοξικότητα αυτών των ρύπων, οι τοπικές κοινωνίες έχουν δίκιο να διαμαρτύρονται.
Ιρλανδία: οι Ιρλανδοί έχουν προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Αρχικά οι εταιρείες καύσης απορριμμάτων παίρνουν άδεια για μια μικρή ποσότητα επικίνδυνων αποβλήτων και στη συνέχεια αναθεωρούν την άδεια για να καίνε πολλαπλάσια απόβλητα με μια απλά τυπική διαδικασία. Πρόσφατο παράδειγμα είναι η εταιρεία Indaver στην πόλη Duleek της κομητείας Meath, η οποία αιτήθηκε την αύξηση των επικίνδυνων αποβλήτων που μπορεί να διαχειρίζεται από 10.000 σε 25.000 τόνους ανά έτος, ενώ η εταιρεία CRH στο Platin αρχικά αδειοδοτήθηκε για 120.000 τόνους και πρόσφατα ζήτησε επέκταση σε 600.000 τόνους, με σημαντική αύξηση των επικίνδυνων αποβλήτων.
Για την αρχική αδειοδότηση απαιτείται μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και πρόσφατα βρήκαμε μια τέτοια μελέτη για τσιμεντοβιομηχανία που την έχει συντάξει εταιρεία συμβούλων στην οποία εργαζόταν νυν βουλευτής των Πρασίνων. Το οξύμωρο είναι ότι οι Πράσινοι, το ένα από τα τρία κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση, είναι κατά της καύσης απορριμμάτων, αλλά ο βουλευτής άλλα έπραττε προεκλογικά.
Στις δυο χώρες, οι κοινές συνισταμένες του προβλήματος είναι οι ακόλουθες:
1. Δεν είναι γνωστή η σύσταση των «επικίνδυνων αποβλήτων» τη στιγμή της αίτησης προς αδειοδότηση,
2. To σύστημα ελέγχου των ρύπων (PM10, PM2,5, διοξίνες και βαρέα μέταλλα) δεν ελέγχει τους ρύπους σε αληθινό χρόνο, αλλά συνήθως δίνει μέσους όρους (ανά εβδομάδα ή μήνα) και έτσι χάνεται η αναλυτική πληροφορία των ρύπων τη στιγμή λειτουργίας του αποτεφρωτήρα. Οι μέσες τιμές είναι πάντα εντός ορίων, μια και υπάρχουν μεγάλα διαστήματα με μηδενικές εκπομπές!
3. Πιθανή επιμόλυνση των υδάτινων πόρων και της διατροφικής αλυσίδας δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. παράδειγμα Ασωπού και υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα αλλά και διατροφικής αλυσίδας).
4. Η αδειοδοτούσα αρχή και η επιβλέπουσα αρχή ανήκουν στην ίδια υπηρεσία, το Υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην Ελλάδα και η EPA (Environmental Protection Agency) στην Ιρλανδία! Αυτή η ταυτοπροσωπία όμως δεν είναι καθόλου αποτελεσματική! Πώς ο αδειοδοτών να είναι και αυστηρός ελεγκτής της ρύπανσης;
5. Δεν έχουν γίνει σοβαρές μελέτες διασποράς ρύπων στο νερό και στα τρόφιμα, όπως η παρακάτω που αφορά την παρουσία διοξινών στο μητρικό γάλα.
Σε μια επιστημονική δημοσίευση του 2019 από ομάδα Κινέζων ερευνητών με τίτλο «High intake of persistent organic pollutants generated by a municipal wasteincinerator by breastfedinfants» στην επιθεώρηση «Environmental Pollution», αναλύθηκαν τα επίπεδα μιας σειράς διοξινών σε μητρικό γάλα. Τα δείγματα που αναλύθηκαν προέρχονταν από δύο ομάδες μητέρων: η μια ομάδα ζούσε κοντά σε αποτεφρωτήρα (εκτιθέμενη ομάδα) και η άλλη όχι (ομάδα ελέγχου). Στην εκτιθέμενη ομάδα τα συνολικά επίπεδα των διοξινών ήταν στατιστικώς σημαντικά αυξημένα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (3,36 vs.1.47 pg/gwetweight· 0.24 vs. 0.12 pgTEQ/gwetweight).
Οι διοξίνες είναι εξαιρετικά καρκινογόνες και ως εκ τούτου τα όποια όρια υπάρχουν για τον αέρα, το νερό και τα τρόφιμα θα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε σκωπτικά, αφού και για καρκινογόνες ενώσεις θα έπρεπε να ισχύει η αρχή της προφύλαξης και συνεπώς μηδενικά νομικά όρια.
*Πρόεδρος Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ στην Ιρλανδία,
