Θα πραγματοποιηθεί και, αν ναι, πότε και με ποιους η σύνοδος κορυφής του G-7 με οικοδεσπότη τις ΗΠΑ που ασκούν την προεδρία της ομάδας για το 2020;
Το Βερολίνο τοποθετήθηκε αρνητικά στην επιστροφή της Ρωσίας στην ομάδα από την οποία αποβλήθηκε την άνοιξη του 2014 μετά την προσάρτηση της Κριμαίας.
Εκ πρώτης όψεως η στάση της Γερμανίας φωτίζει την προσπάθεια εξισορρόπησης των σχέσεών της με τη Μόσχα από τη μια μεριά και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από την άλλη.
Ομως ο Τραμπ δεν προτείνει απλά και μόνο την επιστροφή της Ρωσίας αλλά και τη διεύρυνση της Ομάδας των 7 με τη συμμετοχή της Ινδίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Κορέας, με άλλα λόγια τη συγκρότηση ενός G-11.
Κοινός παρονομαστής του G-11, διά της εις άτοπον απαγωγής, προφανώς δεν θα είναι άλλος παρά η διατύπωση κανόνων διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης αλλά και διαμόρφωσης γεωπολιτικών περιφερειακών ισορροπιών στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού ερήμην του Πεκίνου.
Πρόκειται για προσπάθεια μετατροπής ενός άτυπου φόρουμ, που ξεκίνησε το 1975 με πρωτοβουλία του τότε προέδρου της Γαλλίας Ζισκάρ ντ’Εστέν με στόχο τον στρατηγικό συντονισμό Βόρειας Αμερικής, Δυτικής Ευρώπης και Ιαπωνίας, σε αντικινεζική συμμαχία.
Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1989-91 η Ομάδα των 7 με την προσχώρηση της Ρωσίας έγινε η Ομάδα των 8 και όχι μόνον.
Το άτυπο φόρουμ των ισχυρών του πλανήτη πρόβαλλε ως μια απάντηση στην αδυναμία διεύρυνσης της ομάδας των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με τη συμμετοχή της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.
Το Βερολίνο απορρίπτει την πρόταση Τραμπ για διεύρυνση του G-7, για τον πολύ απλό λόγο ότι στην πράξη νομιμοποιεί την αποδοχή της πρωτοκαθεδρίας της Ουάσινγκτον στη διαχείριση των σχέσεων με τη Μόσχα αλλά κυρίως με το Πεκίνο.
Τούτων λεχθέντων, η πραγματοποίηση της συνόδου κορυφής κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να βραχυκυκλωθεί από την επιθετική ρητορική για επιβολή δασμών σε βάρος της Ε.Ε. από τον Τραμπ…
