Η απόφαση του Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε μουσουλμανικό τέμενος εντάσσεται στην εμπέδωση της ηγεμονίας του θρησκευτικού εθνικισμού στη γείτονα. Αντί η θρησκευτική ταυτότητα να χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς, η πολιτική εντάσσεται σε ένα θεϊκό σχέδιο. Τοποθετεί, δηλαδή, πολιτικά θέματα και στόχους μέσα σε ένα ιερό πλαίσιο. Η συμβατότητα έτσι με θρησκευτικούς όρους αποτελεί το βασικό κριτήριο για κάθε πολιτική θέση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διακυβέρνηση Ερντογάν βελτίωσε αισθητά το βιοτικό επίπεδο των θρησκευόμενων χαμηλών και των αγροτικών στρωμάτων στις μεγάλες πόλεις και την Ανατολία, βγάζοντάς τους από το κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο, στο οποίο τις είχε σπρώξει το κεμαλικό κράτος, και δίνοντάς τους φωνή και πολιτικό εκτόπισμα. Η ανοδική αναπτυξιακή πορεία της τουρκικής οικονομίας για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια έδωσε στον Ερντογάν τη βάση και τα εργαλεία γι’ αυτήν την κοινωνική και πολιτική ανατροπή.
Σήμερα όμως η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, με τη λίρα να κατρακυλά και τις ξένες επενδύσεις να συρρικνώνονται. Η πανδημία του κορονοϊού στέρησε και την ελπίδα κάποιας ανάκαμψης από τον τουρισμό. Ο πληθωρισμός και η ανεργία θεριεύουν και σπρώχνουν στην ανέχεια και την επισφάλεια μεγάλα κοινωνικά στρώματα, κυρίως τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα των μεγάλων πόλεων που παίρνουν αποστάσεις από τον Ερντογάν και το κόμμα του.
Μετά την ήττα στους Δήμους της Κωνσταντινούπολης και της Αγκυρας και την ανάδειξη δημοφιλών προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης, όπως ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, ο Ερντογάν επανέρχεται στο πολιτικό πλαίσιο του θρησκευτικού εθνικισμού για να επανασυσπειρώσει τα κοινωνικά στρώματα που απομακρύνονται από αυτόν.
Η Αγία Σοφία ως μουσουλμανικό τέμενος μπορεί να αποτελέσει εμβληματικό χαρακτηριστικό αυτού του πολιτικού πλαισίου. Ακόμη και η κεμαλική αντιπολίτευση αναγκάστηκε να συρθεί πίσω από την απόφαση του Ερντογάν, αφήνοντας μόνο το φιλοκουρδικό HDP να αντιδρά και να αποτελεί την πραγματικά κοσμική πολιτική δύναμη στην Τουρκία.
Οι διεθνείς αντιδράσεις και οι όποιοι κραδασμοί ήταν σε μεγάλο βαθμό απορροφήσιμοι από την Αγκυρα. Η UNESCO αντέδρασε σύμφωνα με το αναμενόμενο. Ο οργανισμός αυτός μεριμνά για την προστασία των μνημείων και του χαρακτήρα τους.
Η απόφαση δεν οδηγεί προς το παρόν σε καταστροφή και μορφολογική αλλοίωση του μνημείου, αλλά αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ως συμβόλου συνάντησης της παγκόσμιας χριστιανικής και μουσουλμανικής παράδοσης. Ο τρόπος που θα καλυφθούν τα βυζαντινά ψηφιδωτά και η πρόσβαση ή μη των επιστημόνων και των επισκεπτών προς αυτά είναι ακόμη θέμα διαπραγμάτευσης και αυτό ενδιαφέρει κυρίως την UNESCO.
Ο δυτικός/χριστιανικός κόσμος, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, είναι πολυδιασπασμένος και χωρίς ιδεολογικό ειρμό. Στιγματισμένος από εξοντώσεις εθνών και πολιτισμών, ο κόσμος αυτός και κυρίως οι ιθύνουσες ελίτ του έχουν σε μεγάλο βαθμό χάσει τη διεθνή νομιμοποίηση για ουσιαστική αντιπαράθεση με τον ερντογανικό θρησκευτικό εθνικισμό.
Πέρα όμως από την ιδεολογική και πολιτική νομιμοποίηση είναι προφανές ότι το θέμα της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τέμενος δεν βρίσκεται ψηλά στην ιεράρχηση των ζητημάτων που η Ουάσινγκτον, η Μόσχα, το Λονδίνο, το Βερολίνο ή το Παρίσι, θεωρούν σημαντικά στις σχέσεις τους με την Αγκυρα. Με τα θέματα της Συρίας, της Λιβύης, της ανατολικής Μεσογείου, του Ιράκ και βεβαίως των σχέσεων με το Ιράν ανοιχτά και το προσφυγικό ante portas, θα ήταν δύσκολο να αναμένει κανείς ουσιαστική κινητοποίηση των μεγάλων δυνάμεων για την Αγία Σοφία.
Ωστόσο, δύο αντιδράσεις δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες. Η Μόσχα εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της μέσω της Ρωσικής Εκκλησίας και όχι του υπουργείου Εξωτερικών. Πέρα από την προφανή κι εδώ χαμηλή θέση του θέματος στις ρωσο-τουρκικές σχέσεις, η διατήρηση της Κωνσταντινούπολης ως οικουμενικού κέντρου των ορθόδοξων χριστιανών δεν εξυπηρετεί τον ρόλο της Μόσχας ως «Τρίτης Ρώμης», ως του πραγματικού δηλαδή κέντρου της Ορθοδοξίας. Πολλοί από την άλλη πλευρά έσπευσαν μάλλον άστοχα να υποβαθμίσουν την αντίδραση του Βατικανού.
Η δήλωση του ίδιου του Πάπα Φραγκίσκου, δηλαδή του προκαθήμενου της Καθολικής Εκκλησίας και αρχηγού κράτους –του μοναδικού πέραν της Ελλάδας και της Κύπρου που έκανε δήλωση για το θέμα– και όχι κύκλων του Βατικανού ή του υπουργού Εξωτερικών καρδινάλιου Γκάλαχερ, έχει βαρύνουσα σημασία. Πιθανόν η αντίδραση να μη σταματήσει στη δήλωση του Πάπα, αλλά να έχει συνέχεια. Αλλωστε η πολιτική του Βατικανού έχει άλλους χρόνους και άλλους τρόπους που εκτυλίσσεται.
Μια σκέψη, τέλος, για την ελληνική αντίδραση. Ο μόνος τρόπος για την αποτροπή της απόφασης για την Αγία Σοφία ή τη μεγιστοποίηση του κόστους για την Τουρκία σε περίπτωση επιμονής της θα ήταν η συγκρότηση μια μεγάλης συμμαχίας κρατών πολύ πριν από την απόφαση, που θα περιλάμβανε όχι μόνο δυτικές χώρες και θα έφερνε το θέμα στη Γενική Συνέλευση και την Εκτελεστική Επιτροπή της UNESCO, βάζοντας την Τουρκία να απολογείται σε όλη την ανθρωπότητα.
Την περίοδο 2015-2018 η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε δημιουργήσει δύο διεθνείς πρωτοβουλίες, η μία των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών (Κίνα, Ινδία, Αίγυπτος, Μεξικό κ.ά.) και η άλλη για τον θρησκευτικό πλουραλισμό στη Μέση Ανατολή, οι οποίες θα αποτελούσαν εξαιρετικές βάσεις για τη συγκρότηση της συμμαχίας που ανέφερα. Από τον Οκτώβριο του 2018, οι δύο αυτές πρωτοβουλίες τέθηκαν στο περιθώριο. Τώρα η ευαγγελική παραβολή των «μωρών παρθένων» έχει κάποια χρησιμότητα.
* Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
