Στο απυρόβλητο της θάλασσας, μέσα στη μεγάλη μήτρα της γης, ξεχνούν οι άνθρωποι έγνοιες και σκοτούρες. Σαββατοκύριακο κυρίως. Πρωί πρωί τα λεωφορεία γεμάτα μετανάστες με ρούχα παραλίας, που ξεκινούν για τις κοντινές παραλίες της μητρόπολης. Γυναίκες με μεγάλες τσάντες και χαρούμενα παιδάκια, άντρες με κοκκινισμένα πρόσωπα από τις εξωτερικές εργασίες, κοπέλες και νεαροί, που αδημονούν να φτάσουν στη θάλασσα.
Μοιάζει λίγο με σκηνικό της δεκαετίας του ’50. Τότε, στην αυγή της μεταπολεμικής περιόδου τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα για τους ανθρώπους του τόπου. Οσοι δεν ξενιτεύτηκαν έπρεπε να δουλέψουν σκληρά όλη τη βδομάδα και στο τέλος της υπήρχε ως επιβράβευση μια Κυριακή δική τους.
Αργότερα τη δεκαετία του ’80 άλλαξαν όλα. Ο στόχος ήταν να δουλεύεις όσο το δυνατόν λιγότερο και να παίρνεις όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Αλλιώς αισθανόσουν ανόητος. Αυτό ήταν το γενικό κλίμα και από κει και πέρα η εξέλιξη είναι σε όλους μας γνωστή.
Βλέποντας τώρα αυτούς τους ανθρώπους να περιμένουν το λεωφορείο της θάλασσας σκέφτομαι κάποιες παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες που θυμούνται πολύ συχνά τις μέρες του θέρους τα κανάλια. Μου φαίνεται σαν μια συντονισμένη διάθεση για να επιστρέψει το κοινό στις μέρες της αθωότητας. Εκεί λοιπόν, το λεωφορείο ή το αυτοκίνητο της θάλασσας έχει ρόλο βασικό, γνωρίζονται οι πρωταγωνιστές, ξεκινούν έρωτες, τραγουδούν, αστειεύονται και γελάνε, μέχρι να ξεχυθούν στην παραλία.
Μπαίνω στον πειρασμό να ακολουθήσω τους σημερινούς επιβάτες. Αλλά λίγο η πανδημία, λίγο η ζέστη με σταματούν. Ενα αγοράκι με βερμούδα Σούπερμαν και με τα ξεφούσκωτα μπρατσάκια φορεμένα, ρωτάει τη μαμά του «πότε θα έρθει αυτό το λεωφορείο» και εκείνη βγάζει το κινητό της, διαβάζει και του λέει «σε δέκα λεπτά». Αυτό είναι το 2020 ευτυχώς, και όχι το 1955 που ξεροστάλιαζαν οι άνθρωποι ώρες στις στάσεις.
Εύχομαι, για χάρη του μικρού Σούπερμαν, να έρθει πράγματι σε δέκα λεπτά. Λεωφορείο της θάλασσας είναι αυτό κι έχει σημαντικό σκοπό: να μεταφέρει τους ανθρώπους στη γαλήνη και την ομορφιά της ζωής. Κοντά στο αμίλητο νερό, σ’ εκείνη που «έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό».
