Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποτέ δεν της άρεσε να της βάζουν κολλύριο. Κι όσες φορές χρειάστηκε στο παρελθόν, έπρεπε να την κρατούνε δυο και τρεις νομάτοι μπας και μείνει ακίνητη, να μπορέσει να της τραβήξει κάποιος προς τα πάνω το βλέφαρο, ώστε να στάξει η δροσερή σταγόνα μέσα στο μάτι της. Και μετά, ενόσω χτυπιότανε σ’ έναν ανείπωτο κοπετό λες και την είχε βρει η μεγαλύτερη συμφορά του κόσμου, άντε να την πείσεις ότι δεν πρέπει να τρίψει το μάτι της με το ανάστροφο του χεριού της.

Μα να τώρα που χρειάστηκε να βάλει κολλύριο ο μεγάλος της αδερφός. Παίζανε στην αυλή τα δυο τους και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες -ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις- μπήκε ένα ξυλαράκι και του πλήγωσε το μάτι. Η αλήθεια είναι πως τα είχανε καταφέρει περίφημα όλες αυτές τις εβδομάδες του εγκλεισμού· δεν είναι κι εύκολο πράμα για δυο μικρά παιδιά να συνυπάρξουν αρμονικά ολημερίς μαζί, δίχως σχολειό και βόλτα με τους φίλους, μακριά από παππούδες και γιαγιάδες, χωρίς έστω μια έξοδο μέχρι το σούπερ μάρκετ κι έχοντας τους γονείς για μοναδική συναναστροφή. Ελάχιστες ήταν οι φορές που πιαστήκανε στον καβγά, πολύ λιγότερες απ’ ό,τι συνήθως, και κατόρθωσαν να μην έχουν κάποιο σοβαρό ατύχημα, πράμα διόλου αυτονόητο σαν είσαι εφτά-οχτώ χρονώ και ξεχειλίζει το κορμί σου από την περισσή ενέργεια.

Μπήκε λοιπόν το παιδάκι στο σπίτι με το μάτι δακρυσμένο, κι αφότου διηγήθηκε με ψυχραιμία τα καθέκαστα, του είπανε οι γονείς του να μην ανησυχεί κι ότι με λίγο κολλύριο θα του περάσει αμέσως. Θορυβήθηκε αυτός, με τίποτα δεν δεχότανε το γιατροπόρεμα, γκρίνιαζε και δυσφορούσε, ώσπου συνέβη το αναπάντεχο: προσφέρθηκε η αδερφή του να κάτσει και να βάλει κολλύριο πρώτη, για να του αποδείξει πως δεν είναι δα και τίποτε σπουδαίο!

Πώς συνέβη κι ετούτο δω το πλασματάκι, που όποτε χρειάστηκε στο παρελθόν να βάλει κολλύριο γινότανε θεριό κι αγρίμι και χαλούσε τον κόσμο, τώρα να προσφέρεται οικειοθελώς, δίχως μάλιστα να είναι η παθούσα; Αβυσσος η ψυχή των παιδιών· σε ξαφνιάζουνε ώρες ώρες με τη μεγαλοσύνη των πράξεών τους, βρίσκουνε θάρρος εκεί που δεν το περιμένεις, έτοιμα να σου παρασταθούνε μ’ όλες τους τις δυνάμεις.

Ξαπλώθηκε στ’ αλήθεια, δεν ήτανε ρητορική η δήλωσή της, άνοιξε μόνη το μάτι της και δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη σταγονίτσα του διαλύματος όπως ποτέ δεν είχε κάνει παλιότερα σε δικές της υποθέσεις. Κι έπειτα σηκώθηκε και κοίταξε τον αδερφό της με μια αίσθηση θριάμβου, σαν να του απέδειξε -για μια φορά κι εκείνη- πως ήτανε καλύτερη και πιο γενναία από αυτόν, τον μεγαλύτερο, που όλο της το έπαιζε σπουδαίος.

Πώς να το κάνουμε άλλωστε, ακόμη και στις πιο αξιέπαινές μας πράξεις, εμφιλοχωρεί μια κάποια ιδιοτέλεια. Το ξέρουνε και τα μικρά παιδιά.