Στο τηλέφωνο ο φίλος μου ο Γιάννης: «Θα περάσω στις έξι να πάμε για να μαζέψουμε ρίγανη». Ανεβαίνουμε την πλάτη του βουνού πάνω απ’ το χωριό Μυστεγνά, απέναντι οι ακτές της Μικράς Ασίας. Οι ανεμογεννήτριες φαίνονται καθαρά, ακόμα κι οι φτερωτές όταν γυρίζουν.
Δυο θαλάσσιες δρασκελιές τόπος· τόσο που διακρίνεις στις ακτές τις κοψιές των βράχων, απομεινάρια των παλιών νταμαριών. Απ’ αυτά πάρθηκε η πέτρα με την οποία είναι φτιαγμένες οι εκκλησίες και τα σπίτια της Μυτιλήνης και του Αϊβαλιού. Ο άλλος φίλος της παρέας, ο Σάββας, γιατρός, ιστοριοδίφης, μας ξεναγεί στην περιοχή. Πού υπάρχει αρχαίος οικισμός, κατάλοιπα κάστρου, καθετί σημάδι των προγόνων.
Κόβουμε ψιλή ρίγανη, την καλή που ανθίζει τέλος Ιούνη. Στις 23 του μήνα που είναι του Αη Γιάννη του «ριγανά», κατά την παράδοση. Μοσχοβολάνε τα χέρια μας, μαυρίζουν τα δάχτυλα καθώς κόβουμε τα κλαριά. Βάζουμε ένα στο στόμα, να γευτούμε την πίκρα, που απελευθερώνουν τα έλαιά της, με το σπάσιμο. Μαζεύουμε και λίγο θυμάρι, χθαμαλό αυτό, προτιμά τα πλάγια των δρόμων. «Αντε και του χρόνου», λέμε κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα.
Καθόμαστε στη Σκάλα των Μυστεγνών, σ’ ένα τραπεζάκι πάνω στο κατάγιαλο. Με ένα νεύμα του χεριού έρχεται το ούζο με συνοδευτικά της θάλασσας και του περιβολιού. Η μια γεύση ανταγωνίζεται την άλλη. Μα πιο πολύ μας ευφραίνει η μυσταγωγία του τόπου. Απέναντι, σε ένα φάρδεμα του δρόμου, μαζεύονται κορίτσια κι αγόρια, σχολιαρόπαιδα. Πώς το ξεχάσαμε, είναι τ’ Αη Γιάννη του Λιοτροπιού.
Αμολήθηκαν να μαζέψουν τα μαγιάτικα στεφάνια, αλλά κι ό,τι άλλο ξερό, για το έθιμο των φωτιών, των «καψάλων». Ενα κορίτσι γέμισε το πήλινο κανάτι με νερό απ’ τη βρύση του λιμανιού. Βαδίζει σιωπηλό, το πηγαίνει σκεπασμένο μ’ ένα πανί εκεί που θα ανάψουν οι φωτιές. Γύρω οι φιλενάδες της, σαν ιέρειες ενός πανάρχαιου κόσμου. Ποιος είπε ότι η εποχή μας είναι μόνο ψηφιακή; Δεν έχει κοιτάξει τη ζωή, που κυλά στ’ αληθινά μονοπάτια.
Αναψαν οι τρεις φωτιές, δυνάμωσαν, φούντωσαν, σαν τους πόθους της νιότης. Τρέχουν, αριστερά, δεξιά, πηδούν πάνω απ’ τις φωτιές. Κάνουν σκέρτσα στον αέρα. Εμείς παρακολουθούμε τους ζωντανούς οργανισμούς, που παράτησαν τις ψηφιακές οθόνες και έγιναν ζωή. Εφεραν θύμησες απ’ τα βάθη του χρόνου.
Μαζί μας τους παρατηρεί κι ο ποιητής, ο παππούς μας, ο Οδυσσέας. Γιατί εκεί πίσω στο τρίτο σπιτάκι πέρασε αρκετά καλοκαίρια. Σόδιαζε λέξεις και στίχους για τον χειμώνα. Γελούν τα χείλη του, γιατί τα νιούτσικα παιδιά του χωριού πηδούν τις φωτιές τ’ Αη Γιαννιού για κείνον κι ας μη το ξέρουν.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
