Οπως σωστά σημείωνε στην «Εποχή» («Η κοινωνία λατινιστί», 14/6) ο Γεράσιμος Κουζέλης, το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, που ψηφίστηκε πρόσφατα, περιλαμβάνει πλείστες όσες «αλλότριες […] ρυθμίσεις σε ένα φαινομενικά χαώδες και ανομοιογενές πλαίσιο. Λίγη άμιλλα, λίγη “αριστεία”, πολλή εξέταση, πολλή αξιολόγηση, αρκετή τιμωρία, κάμποση ξενολαγνεία, πολλή εξυπηρέτηση πελατών […] Και παιδονόμος και αγγλικά. Αλλά η κριτική ότι δεν υπάρχει συνοχή, […], το αδικεί! […] Το νομοσχέδιο είναι ένα συνονθύλευμα εφαρμοσμένων προκαταλήψεων και αυτό το ομογενοποιεί».
Ο Κουζέλης έχει δίκιο. Η συνοχή του (νόμου πια) πηγάζει, πράγματι, από τις «εφαρμοσμένες προκαταλήψεις», που συγκροτούν τη «δεξιά ιδεολογία».
Πρώτη «εφαρμοσμένη προκατάληψη»: Η «πειθαρχία», με την πιο παραδοσιακή έννοια, είναι αναγκαία συνθήκη διαπαιδαγώγησης. Αν είναι έτσι, τότε συνιστά κοινή λογική πως θα πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες ποινές. Χωρίς ποινές, η πειθαρχία είναι ανέφικτη. Η «Διαγωγή» μπορεί να αποτελέσει φόβητρο ικανό, σε συνδυασμό με άλλα, προκειμένου να επιτευχθεί πειθαρχία.
Δεύτερη: Οι συνεχείς και «αυστηρές» εξετάσεις, η «αξιολόγηση» ως κεντρική σημασία που οργανώνει τη λειτουργία του σχολείου, ο απηνής έλεγχος –και με διαρκή αύξηση της γραφειοκρατίας– του εκπαιδευτικού προσωπικού «βελτιώνουν τα αποτελέσματα».
Τρίτη: Καίριο κριτήριο της «αποτελεσματικότητας» της εκπαίδευσης είναι η σύνδεση με την αγορά, την «παραγωγή». Αν είναι έτσι, η Δεξιά λογικά προτάσσει τις… «δεξιότητες» – οι γνώσεις, σύμφωνα με μια τρέχουσα μυθολογία, απαξιώνονται, πλέον, ταχύτατα. Σε αυτήν τη συνθήκη, προφανώς, οι κοινωνικές επιστήμες και οι τέχνες δεν βρίσκουν ρόλο –πρόκειται για waste of time. Γιατί να συζητάς στην τάξη ζητήματα, όπως η οικονομική κρίση, οι ανισότητες, η φτώχεια, όταν μπορείς να εφαρμόζεις πρακτικές επιχειρηματικότητας;
Τέταρτη: Η χαρά δεν χωράει στο σχολείο. Ολα μετριούνται, όλα υπολογίζονται. Κάθε ώρα μετράει, κάθε ώρα μετριέται. Η δε «παιδαγωγική ελευθερία», μακριά από το να αυξάνει το ενδιαφέρον, αποτελεί πρόσχημα για όσους δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους, όπως πρέπει.
Αυτές οι, πολύ λειτουργικές για την κοινωνία που θέλει η Δεξιά, «εφαρμοσμένες προκαταλήψεις» φτιάχνουν το πλαίσιο για ένα σχολείο στην υπηρεσία της αγοράς. Αυτές, ωστόσο, οι προκαταλήψεις είναι διαρκείς – δεν αντιστοιχούν ειδικά στη σημερινή Δεξιά. Ούτε καν μόνο στη Δεξιά. Οι «εκσυγχρονιστές» μοιράζονται πολλές από αυτές τις ιδέες δεκαετίες τώρα. Πρόκειται για κοινούς τόπους – ας θυμηθούμε Σημίτη και Διαμαντοπούλου, με την απασχολησιμότητα και την αξιολόγηση ως λάβαρα.
Θα μπορούσε, λοιπόν, το εκπαιδευτικό κίνημα να τις αντιμετωπίσει, έστω με «ανταρτοπόλεμο». Κανείς εκπαιδευτικός, ποτέ και πουθενά, δεν θα «αξιοποιήσει» τη δυνατότητα της «Διαγωγής» – ας φροντίσει η ΟΛΜΕ να παροτρύνει σχετικά.
Με όλη τη μανία για εξετάσεις και αξιολογήσεις, ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής θα βρουν τρόπους να μπει η χαρά στη σχολική αίθουσα – έγινε και σε πιο σκοτεινές δεξιές περιόδους.
Και με τα άλλα θα βρεθούν, ίσως, τρόποι αντιμετώπισης – και ανατροπής, ακόμα. Τα συζητάμε, τα κατανοούμε, θα τα αντιπαλέψουμε. Υπό όρους, μπορεί και να νικήσουμε.
Αυτό, όμως, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει υποβαθμιστεί στην αντιπαράθεση είναι το ζήτημα των «Προτύπων». Η εμμονή του υπουργείου σε αυτό θεωρείται παράγωγο μιας, γενικού τύπου, ιδεοληψίας περί «αριστείας», που όλα τα σφάζει κι όλα τα μαχαιρώνει. Δίνει, μάλιστα, πολλές φορές δυνατότητες για λοιδορία – όταν, π.χ., οι ήδη άριστοι κυβερνήτες μας πετάνε διανοητικά κοτρώνια ή επιδεικνύουν ογκώδη άγνοια, ακόμη και για στενά ζητήματα των σπουδών τους.
Νομίζω πως είναι λάθος αντιμετώπιση. Τα «Πρότυπα» δεν αφορούν μια παροχή προς τα «δικά μας παιδιά», μόνο. Είναι κι ένας πολιορκητικός κριός, που σχεδιάζεται να εκπορθήσει συνολικά το κεκτημένο της δημοκρατικής-ενιαίας εκπαίδευσης.
Πολλές φορές επιχειρήθηκε στο παρελθόν η δημιουργία του «διπλού» εκπαιδευτικού δικτύου στην Ελλάδα. Η στόχευση ήταν η πλειονότητα των μαθητών και μαθητριών να κάνει επαγγελματικές σπουδές και ένα μικρό σχετικά τμήμα να αποφοιτά από τη γενική εκπαίδευση, για να συνεχίσει στο πανεπιστήμιο. Το σχέδιο απέτυχε ξανά και ξανά. Την τελευταία φορά ήταν πριν από 20 χρόνια, είχε, μάλιστα, και μεγάλη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ο Αρσένης έβαλε τότε πανελλαδικές εξετάσεις σε 14 μαθήματα Α΄ και Β΄ Λυκείου, με στόχο να εξοντώσει και να βγάλει εκτός ένα μεγάλο μέρος του μαθητικού δυναμικού. Δεν τα κατάφερε για μια σειρά από λόγους κι «έκατσε καλά».
Το σχέδιο επανέρχεται, από την ανάποδη, με τα «Πρότυπα». Αφού δεν μπορούμε να διώξουμε τους πολλούς προς «τα κάτω», θα τραβήξουμε τους λίγους προς «τα πάνω». Οταν το ένα τέταρτο των σχολείων θα είναι «Πρότυπα», το διπλό δίκτυο θα είναι πραγματικότητα. Αυτό, νομίζω, είναι το σχέδιο και πρέπει να αποτραπεί.
* Eκπαιδευτικός
