Η εκπαίδευση είναι κοινωνικό δικαίωμα και όχι έπαθλο. Τα δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα αναπτύσσονται εδώ και δύο αιώνες στην κατεύθυνση της συμπερίληψης όλο και μεγαλύτερων πληθυσμών και της αντιστάθμισης των κοινωνικών ανισοτήτων. Από αυτή την άποψη το δημόσιο σχολείο έχει προσφέρει πολλά και θα μπορούσε να προσφέρει ακόμη περισσότερα. Ωστόσο, θα ήταν αφελές να θεωρούμε ότι το σχολείο είναι απαλλαγμένο από ιδεολογικές συγκρούσεις ή ότι οι εκπαιδευτικές πολιτικές αναπτύσσονται σε ένα ιδιότυπο ιστορικό και κοινωνικό κενό.
Το αν η εκπαίδευση αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και όχι εμπορεύσιμο αγαθό αποτελεί πάντα αντικείμενο πολιτικών συγκρούσεών και ιστορικών επεισοδίων που συνήθως καταγράφονται ως «μεταρρυθμίσεις/αντιμεταρρυθμίσεις». Σε ό,τι μας αφορά και καθαρά από την πλευρά της υποστήριξης των κοινωνικών δικαιωμάτων των νέων, το τι συνιστά «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» και τι όχι είναι αρκετά σαφές: εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σημαίνει θεσμικές αλλαγές που ενδυναμώνουν τον ενταξιακό ρόλο του σχολείου, πρωτοβουλίες που στοχεύουν σε άρση των κοινωνικών αποκλεισμών και στην προώθηση της κοινωνικής χειραφέτησης, ιδιαίτερα των κοινωνικά ευάλωτων πληθυσμών.
Με βάση όλα τα παραπάνω, μας είναι επίσης σαφές ότι το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων αποτελεί μια παραδειγματική απόπειρα εκπαιδευτικής αντιμεταρρύθμισης με δύο επιμέρους στοχεύσεις: από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα καθίσταται απωθητικό για τους αδύναμους μαθητές και από την άλλη αναποτελεσματικό για τους κοινωνικά ευάλωτους πληθυσμούς.
Σε ό,τι αφορά την απώθηση των αδύνατων, έχουμε διατάξεις που προβλέπουν ακόμη μια φορά πολλαπλασιασμό και σκλήρυνση των εξεταστικών διαδικασιών εντός των χρονικών ορίων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Υπενθυμίζεται ότι ήδη το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παρουσιάζει τη στρεβλή ιδιαιτερότητα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, του να εξαρτά την ολοκλήρωση της κατά τα άλλα υποχρεωτικής εκπαίδευσης από την «επιτυχή» συμμετοχή σε προαγωγικές εξετάσεις.
Στην ίδια πάντα λογική, νομοθετείται η κατάργηση της δεύτερης καλοκαιρινής εξεταστικής περιόδου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά και της εντατικής ενισχυτικής διδασκαλίας που παρεχόταν δωρεάν στο μεσοδιάστημα εντός των σχολικών μονάδων. Τέλος, η επαναφορά της αναγραφής στο διηνεκές του χαρακτηρισμού της διαγωγής στο απολυτήριο Γυμνασίου έρχεται να δώσει μια ακόμη λαβή κοινωνικού αποκλεισμού όσων θα αξιοποιήσουν τον τίτλο ολοκλήρωσης υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως μοναδικό τυπικό προσόν στην αγορά εργασίας.
Ωστόσο, ίσως την πλέον προβληματική και λιγότερο εμφανή διάσταση του νομοσχεδίου να αποτελεί η πολιτική επιλογή της καθήλωσης του δημόσιου σχολείο σε έναν διαρκές καθεστώς κοινωνικής αναποτελεσματικότητας και αναξιοπιστίας. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίζει να παραμένει ένα από τα λιγότερο ανεπτυγμένα στη διασύνδεσή τους με προγράμματα αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, διαμορφώνοντας μια συνθήκη διαρκούς διόγκωσης των νεανικών πληθυσμών που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Με άλλα λόγια, αντί το δημόσιο σχολείο να υπηρετεί τον φιλόδοξο στόχο της κοινωνικής συμπερίληψης και αντιστάθμισης, βρίσκεται να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικού αποκλεισμού των κοινωνικά ευάλωτων, στερώντας τους αναγκαίες γνώσεις και ικανότητες που διασφαλίζουν την κοινωνική τους χειραφέτηση.
Οι συνέπειες αυτών τον πολιτικών είναι ακόμη δυσχερέστερες για τους πληθυσμούς που επιβιώνουν δύσκολα στα θεσμικά περιθώρια του εκπαιδευτικού συστήματος: κρατούμενοι και κρατούμενες, άτομα με αναπηρία, γλωσσικές και εθνοτικές μειονότητες, προσφυγικοί πληθυσμοί.
Στα παραπάνω ήδη ανησυχητικά, ας προστεθεί και η στρατηγικά σχεδιασμένη επίθεση στη διδασκαλία των κοινωνικών επιστημών στο δημόσιο σχολείο. Εκκινώντας από την εμβληματική υποχώρηση της Κοινωνιολογίας χάρη μιας δεύτερης νεκρής γλώσσας επιτελείται η συνειδητή υποβάθμιση των κοινωνικών επιστημών, στερώντας από τους μαθητές και τις μαθήτριες τα αναγκαία διανοητικά εργαλεία επίγνωσης των μηχανισμών που δημιουργούν και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες.
Κι ίσως τελικά να μην πρόκειται για μιαν απλή εκπαιδευτική αντιμεταρρύθμιση, αλλά για μια συγκροτημένη επιλογή πολιτικής παλινδρόμησης και αξιακής αντιστροφής που εμφανίζεται όλο και περισσότερο πιεστική: από την εκπαίδευση ως δικαίωμα, που υπάρχει εφόσον διαχέεται, στην εκπαίδευση ως εμπόρευμα, που ανατιμάται εφόσον σπανίζει.
*Συντονιστής εκπαιδευτικών δράσεων της ΑΡΣΙΣ Ν. Ελλάδας
