Τον καιρό της ουσιαστικής δουλείας στον αμερικανικό Νότο –πολύ μετά την τυπική κατάργησή της με τον αμερικανικό εμφύλιο–, οι Αφροαμερικανοί κάτοικοι ανέπτυξαν στρατηγικές αντίστασης κεκαλυμμένες ώστε να διατηρούν την αυτοπεποίθηση τους και ταυτόχρονα να μη γίνονται αντιληπτοί από τους αντιπάλους τους, τους λευκούς καταπιεστές.
Μεταξύ άλλων τραγουδούσαν για τους πρόξενους της απελπισίας τους, τα δαιμόνια που έφεραν τις ακεφιές τους (devils of blues), δημιουργώντας ένα μουσικό ρεύμα που θα μείνει γνωστό ως μπλουζ. Ανάμεσα στους καταπιεστές τους είχε δημιουργηθεί μια ομάδα η οποία πάσχιζε με όλα τα μέσα για τη συντήρηση της δουλείας, με την οποία είχαν κερδίσει τόσο πολλά. Ηταν η Κου Κλουξ Κλαν με τις λευκές κουκούλες, τα μέλη της οποίας με την ανοχή –αν όχι συμπαράσταση– και κάλυψη των Αρχών λειτουργούσαν ως το μακρύ χέρι του κατεστημένου, ακόμα και με εν ψυχρώ δολοφονίες.
Το τραγούδι για την καταπολέμηση της απελπισίας δεν εξαντλήθηκε στον αμερικανικό Νότο, ούτε μόνο σε νότες. Ελαβε διάφορες μορφές σε διάφορες περιοχές του κόσμου από πολιτισμικά δρώμενα, κοινωνική και επιστημονική γνώση, εκπαίδευση μέχρι και συλλογική δράση με πολιτικές, συνδικαλιστικές και άλλες προεκτάσεις. Αναπτύχθηκαν αντιηγεμονίες σε αντίδραση της συντηρητικής ηγεμονίας των καταπιεστών.
Από την άλλη πλευρά, η εξτρεμιστική αντίδραση της κατεστημένης τάξης άλλαξε μορφή και αυτή, άλλαξε λόγο, άλλαξε την αυτοαναφορά της (μπορούμε σήμερα να τους δούμε να ονομάζονται ως η πρωτοπορία της εξέλιξης), αλλά διατήρησε κάποια βασικά χαρακτηριστικά. Οι δράσεις της δεν έχουν καμιά εκτίμηση για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ζωή, χρησιμοποιούν τον φόβο ως κυρίαρχο μηχανισμό δράσης τους και βέβαια παραμένουν ευυπόληπτοι πολίτες χρηματοδοτούμενοι από το δημόσιο χρήμα, έχουν θέσεις εξουσίας και συντηρούνται εμπλεκόμενοι σε αυτό που ονομάζουμε έγκλημα του λευκού κολάρου, χωρίς σχεδόν ποτέ να τιμωρούνται γι’ αυτό.
Σήμερα υπάρχει μια διαχεόμενη «εικόνα» ότι απέναντι σε πολιτικές αποκλεισμού, «νομιμοφροσύνης» και «κοσμιοτάτης διαγωγής», βίαιης φτωχοποίησης, παραβίασης δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας, εμείς καθόμαστε «απαθείς στον καναπέ μας». Αυτή η αντίληψη είναι όμως επιβαλλόμενη και μέρος της κυρίαρχης οπτικής, μέρος του προβλήματος.
Αλήθεια, ένας κοινωνικός επιστήμονας (που δεν θέλει ή δεν πληρώνεται για να εθελοτυφλεί), ο οποίος έχει την ευαισθησία να «ακούσει» την υπόκωφη λαϊκή αντίδραση (όπως αυτή εκφράζεται με κεκαλυμμένους τρόπους), μπορεί να ενημερώσει ότι το «δεν υπάρχει εναλλακτική» δεν είναι ένα ομοιογενοποιημένο διακύβευμα. Ερχεται ένα αντιηγεμονικό τσουνάμι το οποίο αυτή τη φορά δύσκολα θα περιοριστεί σε μια εκλογική/κομματική αναφορά. Η ελπίδα είναι ένας σπόρος που μπορεί να φυτρώσει στο πιο ξηρό έδαφος. Η απελπισία, το «δεν μπορώ να αναπνεύσω», είναι το κατάλληλο λίπασμα.
Καμία δράση δεν έμεινε χωρίς αντίδραση ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Καμιά αυτοκρατορία δεν κράτησε για πάντα.
*καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, περιφερειακός συμβούλος Βορείου Αιγαίου
