Μιχάλης Γιαννέσκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ είχαν πάντα σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των πανεπιστημίων. Το πρώτο παράδειγμα το έδωσε ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Α΄ που το 1158 παρείχε προνόμια στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και το υποστήριξε ως κέντρο μάθησης ανεξάρτητο από την Εκκλησία. Το κίνητρο του Φρειδερίκου δεν ήταν ανιδιοτελές: οι λόγιοι της Μπολόνια νομιμοποίησαν τις αξιώσεις του σχετικά με τα αυτοκρατορικά δικαιώματα.

Στη σύγχρονη εποχή κυβερνήσεις ή οικονομικές ελίτ επηρεάζουν τα πανεπιστήμια μέσω χρηματοδότησης, ιδιωτικοποίησης και μηχανισμών ελέγχου. Επίσης παρατηρείται υφέρπουσα ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων, έμμεση κρατική χρηματοδότηση των ιδιωτικών ιδρυμάτων και αναποτελεσματικότητα των διαδικασιών ελέγχου.

Στη συζήτηση που ακολουθεί, αντλούνται παραδείγματα από τα εκπαιδευτικά συστήματα της Βρετανίας και της Κύπρου, με τα οποία έχω ασχοληθεί εκτενώς. Τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να γίνουν συγκρίσεις με τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς αυτά αντιμετωπίζουν παρεμφερείς προκλήσεις (όπως η αναγνώριση των πτυχίων των κολεγίων).

Ξεκινώντας με τη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων στις παραπάνω χώρες, τα ετήσια δίδακτρα για προπτυχιακές σπουδές στα δημόσια βρετανικά και ιδιωτικά κυπριακά πανεπιστήμια κυμαίνονται από 9.000 ώς 12.000 ευρώ. Βέβαια, η πληρωμή διδάκτρων από τους φοιτητές σε ένα «δημόσιο» πανεπιστήμιο συνιστά μεταφορά του κόστους της εκπαίδευσης από το κράτος στους φοιτητές. Σημειωτέον ότι στη Βρετανία οι φοιτητές καλύπτουν το κόστος των διδάκτρων μέσω φοιτητικών δανείων, τα οποία έχουν παρόμοιο κόστος για το κράτος με την απευθείας επιχορήγηση των πανεπιστημίων, καθώς μόνο μέρος των δανείων αναμένεται να αποπληρωθεί.

Με αυτή την τακτική στη Βρετανία μαζί με τα δημόσια ιδρύματα χρηματοδοτούνται και τα ιδιωτικά, παρ’ όλο που έχει αποδειχθεί η σκανδαλώδης λειτουργία μερικών ιδιωτικών κολεγίων. Οπως αποκάλυψε ο Guardian το 2014, πολλοί φοιτητές ενός κολεγίου το αποκαλούσαν «ΑΤΜ» (μηχανή αυτόματης ανάληψης χρημάτων) γιατί μπορούσαν να λαμβάνουν δάνεια μέχρι 15.000 ευρώ ετησίως, ενώ στη συνέχεια δεν εμφανίζονταν για σπουδές. Ο κρατικός έλεγχος άρχισε καθυστερημένα με πρωτοβουλία κοινοβουλευτικής επιτροπής και όχι των αρμόδιων αρχών. Συνεπώς τέτοια συστήματα δανείων αποτελούν μια έμμεση, υφέρπουσα, κρατική χρηματοδότηση της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που απειλεί τη χρηματοδότηση των δημόσιων ιδρυμάτων, ειδικά όταν ένα κράτος εφαρμόζει μέτρα λιτότητας και μειώνει τις κρατικές επιχορηγήσεις.

Οσον αφορά τον έλεγχο των ιδρυμάτων, οι υπεύθυνες ευρωπαϊκές ή κρατικές αρχές θέτουν όρους για τη σωστή λειτουργία των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων. Ομως η ευρωπαϊκή οδηγία για τα κολέγια που λειτουργούν σε ένα κράτος-μέλος μέσω «δικαιόχρησης» ή «πιστοποίησης» πανεπιστημίων άλλων κρατών της Ε.Ε. είναι προκλητικά χαλαρή: το μόνο που οφείλει να υποβάλλει κάθε κολέγιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους είναι στοιχεία σχετικά με τις υποδομές που διαθέτει για τα προσφερόμενα προγράμματα σπουδών. Αλλά εάν το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο οι υποδομές είναι αυτές που χρειάζονται, εάν δέχεται πιέσεις από τους κολεγιάρχες για την αναγνώριση των ιδρυμάτων τους και εάν δεν αντιστέκεται σθεναρά σε τέτοιες πιέσεις, τότε ο έλεγχος είναι υποτυπώδης.

Η βολική νεοφιλελεύθερη απάντηση στα παραπάνω είναι ότι μέσω του ελέγχου του ιδρύματος από αρμόδια όργανα εξασφαλίζεται η ποιότητα σπουδών και ότι η απόδοση του πανεπιστημίου/κολεγίου αποδεικνύεται από την κατάταξή του σε συγκριτικούς πίνακες. Εφόσον ο έλεγχος είναι υποτυπώδης, η αφέλεια αυτής της λογικής είναι εμφανής. Επίσης είναι λίαν αποκαλυπτική η γνώμη του πρύτανη ενός από τα 10 πρώτα πανεπιστήμια στους διεθνείς πίνακες κατατάξεων, ο οποίος το 2010 έγραψε στον Guardian ότι οι παγκόσμιες κατατάξεις των πανεπιστημίων είναι άσκοπες αν αντιμετωπίζονται ως μέτρο απόδοσης ή επηρεάζουν τις επιλογές των φοιτητών.

Η σωστή λειτουργία ανεξάρτητων ελεγκτικών αρχών, σε συνεργασία με τα ίδια τα ιδρύματα, αποτελεί ίσως τη μόνη ελπίδα για μια ουσιαστική αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη που έχουν γίνει σε άλλες χώρες: χρειάζεται μάλλον ένας ακαδημαϊκός «Αρειος Πάγος», έναν φορέας άκρως αξιοκρατικός, δημοκρατικός και απελευθερωμένος από κάθε υποψία οικονομικών και άλλων συμφερόντων.

*Επίτιμος καθηγητής του University College London και ομότιμος καθηγητής του King’s College London. Τέως κοσμήτορας του King’s College, μέλος του Κυπριακού Συμβουλίου Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (αντιστοίχου του ΔΟΑΤΑΠ), της Επιτροπής Αξιολόγησης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων του υπ. Παιδείας της Κύπρου και της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η εκτενής έκδοση του άρθρου είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα της «Εφ.Συν.»