Ξεκινώ σήμερα μια σειρά άρθρων με αντικείμενο το ελληνικό θέατρο στον νέο αιώνα. Κι όχι τυχαία. Ενα πιθανόν από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα της θεατρικής έρευνας στο μέλλον θα σχετίζεται με το τι ώθησε το ελληνικό θέατρο των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα σε αυτήν την εκρηκτική, ποσοτικά και ποιοτικά, άνθηση. Τα όρια της αφετηρίας αυτής της ανανέωσης παραμένουν ακόμη θολά, μπορούμε ωστόσο με σχετική ασφάλεια να τοποθετήσουμε την αρχή της στα 2004, χρονιά που για πολλούς λόγους διεκδικεί μια ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη.
Το 2004 σηματοδοτεί μια λαμπρή χρονιά επιδόσεων για το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, που εκτείνεται από την επιτυχία της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου (κι ακόμα, μέχρι την πρώτη, πολυπόθητη για κάποιους, πρώτη θέση στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision!) Η χρονιά αυτή υπήρξε η κορύφωση μια σχετικά μακράς πορείας δημιουργίας φαντασιώσεων συλλογικής επιτυχίας και εθνικής καταξίωσης, που ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασε από τα δεινά ενός Εμφυλίου, από την άναρχη αλλά εκρηκτική ανάπτυξη των δεκαετιών του ’50 και ’60, την πολιτική όξυνση και τη φίμωση του προοδευτικού κινήματος, διάβηκε τη Δικτατορία της περιόδου 1967-74 και ωρίμασε στα επόμενα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ολες αυτές οι περίοδοι έθεσαν η καθεμιά τα δικά της ιστορικά και πολιτικά κριτήρια για την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου. Σε γενικές γραμμές όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και με όλες τις αντιφάσεις που περιλαμβάνονται σε ένα έθνος όπως το νεοελληνικό, όπου η Ιστορία του είναι πολύ μικρότερη από την αφήγηση των χρόνων παρουσίας του στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, το ελληνικό θέατρο τήρησε δύο βασικούς άξονες εξέλιξης: ο πρώτος ακολούθησε πιστά το αίτημα για μια ελληνοκεντρική τέχνη, που θα φέρνει τους σύγχρονους θεατές σε πνευματική επαφή με τους αρχαίους προγόνους και που θα αναβιώσει για λογαριασμό της νεότερης Ελλάδας ένα μέρος από το μεγαλείο της παλιάς. Η άποψη αυτή, εκφρασμένη κυρίως στα φασιστικά ιδεώδη του Μεταξά και στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, περιγράφει στην πραγματικότητα μια αφανή αλλά υπαρκτή τάση διαμόρφωσης του ελληνικού θεάτρου, η οποία κατά καιρούς εμφανίζεται είτε στις αντιδράσεις του κοινού απέναντι σε ό,τι θεωρεί ως «βεβηλώσεις» του αρχαίου πλούτου, (ιδιαίτερα όταν αυτές συμβαίνουν στον πλέον παραδειγματικό τόπο, στο θέατρο της Επιδαύρου), είτε στην πολιτιστική πολιτική των κατά καιρούς ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στις κρατικές σκηνές της χώρας και τους επιχορηγούμενους θιάσους.
Ο βασικός όμως άξονας διαμόρφωσης του ελληνικού θεάτρου δεν υπήρξε αυτός. Για το μεγαλύτερο διάστημα του 20ού αιώνα και μέσα από την πρακτική κατάθεση καλλιτεχνών όπως ο Κάρολος Κουν το ελληνικό θέατρο διαμορφώθηκε με βάση τις επιταγές της Γενιάς του ’30 και των ερευνών της για μια τέχνη, η οποία προγραμματικά θα ανιχνεύει και θα προβάλλει την «ιθαγένεια» ως τη λαϊκή μετόπη ενός βαθύ και μακραίωνου πολιτισμού και θα συμβάλλει στην καλλιέργεια ενός γνήσιου, αυθεντικού και αναγνωρίσιμου ίχνους της ελληνικής μέσα στην ευρωπαϊκή τέχνη.
Αυτή η επιταγή εμπεριείχε την πρόσκληση προς τους νέους καλλιτέχνες να γυρίσουν προς τις ρίζες του ελληνικού θεάτρου, να ανακαλύψουν εκεί τους κώδικες που αφορούν την ταυτότητά του και μέσα από την καλλιέργειά τους να αποδώσουν με τη σειρά τους κι αυτοί ένα νέο ελληνικό θέατρο, με αυτοπεποίθηση, κύρος και αυτογνωσία. Η δεύτερη αυτή τάση, εξωστρεφής και ευρωπαϊστική, όπως και όταν πρωτοδιατυπώθηκε από τους εκφραστές της την περίοδο του Μεσοπολέμου, έφερε στην πράξη πολλούς σημαντικούς καρπούς στο ελληνικό θέατρο, πρώτα στον χώρο της δραματουργίας, με την ανίχνευση σημείων της ελληνικής ζωής, κι έπειτα στον χώρο της σκηνικής πράξης, με την καλλιέργεια ενός κώδικα που πατούσε γερά στην παράδοση και επεξεργαζόταν σημεία ενός νεοελληνικού ερμηνευτικού κώδικα.
Ωστόσο, η ίδια αυτή ιδεολογία έθεσε σοβαρά εμπόδια στη διάδοση όσων τάσεων δεν έμοιαζαν να ταιριάζουν στις διατυπώσεις της. Για παράδειγμα, ένα μέρος της διεθνούς αναζήτησης, κυρίως μετά το 1970, αφορούσε μεταξύ άλλων την ανανέωση των εκφραστικών σκηνικών μέσων, τη ζωντανή επικοινωνία με το κοινό, την πολιτική παρέμβαση της τέχνης και του θεάτρου ειδικότερα στη διαμόρφωση μιας ανοικτής κοινωνίας. Μέρος τής τότε διεθνούς σκηνικής έρευνας στρεφόταν προς το θέατρο μιας παγκοσμιοποιημένης κοινότητας και των διεθνών Φεστιβάλ. Αντίθετα, στον ελληνικό χώρο, οι σύγχρονες παροτρύνσεις για ένα «ιθαγενές θέατρο» οδήγησαν στην ενδοσκόπηση και τη διερεύνηση θεμάτων που περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας και τα αντιληπτά φαινόμενά της. Σε αυτό το πλαίσιο τα ερωτήματα σκηνικής έρευνας άρχιζαν να ατονούν και σταδιακά να απασχολούν ολοένα και λιγότερους καλλιτέχνες στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Με λίγες αλλά αξιόλογες εξαιρέσεις το ελληνικό θέατρο μέχρι την αλλαγή του αιώνα έδειξε μια σποραδική και σε γενικές γραμμές αμήχανη διάθεση συμπόρευσης με τα ρεύματα της παγκόσμιας σκηνής. Είναι το σημείο όπου πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην προσφορά σκηνοθετών όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, Γιάννης Κακλέας, Γιάννης Χουβαρδάς, Μιχαήλ Μαρμαρινός και Θόδωρος Τερζόπουλος.
Θα συνεχίσω με αυτούς τους σκηνοθέτες την επόμενη εβδομάδα.
