Οι κυβερνήσεις στις αστικές δημοκρατίες σύγχρονου τύπου ασκούν τις καθορισμένες πολιτικές τους και νομοθετούν ακολουθώντας αυτό που ορίζει μια σειρά συνιστωσών που κυρίως σχετίζονται με τους όρους της πραγματικότητας και το μέτρο και τη μορφή που μπορούν σε αυτή να δώσουν οι ιδεολογικές σταθερές. Θεωρείται πιο εφικτό να προχωρήσουν οι εκάστοτε σχεδιασμοί αν δεν αποτελούν μια «βάναυση» απόπειρα να αλλοιωθούν τα πραγματικά δεδομένα για λόγους «ιδεολογικής καθαρότητας». Κάθε πολιτική δύναμη -αν θέλει να ευδοκιμήσει σε βάθος χρόνου- οφείλει να κατανοεί πως δεν πρέπει να αποσκοπεί αυτοβαυκαλιστικά και μόνο στην επιβολή των θέσεων της εκεί που δεν είναι πρόσφορο το έδαφος, αλλά να προσαρμόσει έγκαιρα τις ιδέες της σε ένα ήδη καλλιεργημένο έδαφος -είτε της αρέσει το είδος του οργώματος, είτε όχι… Αυτός που πείθει, «γλιτώνει» από πολλές κατραπακιές και προβλήματα σε σχέση με αυτόν που επιβάλλεται…
Για να μη χρειαστεί να επιβληθείς, αλλά να πείσεις, μόνο ένας δρόμος υπάρχει. Να αφήσεις πίσω σου οποιαδήποτε απομονωτική και διαχωριστική προδιάθεση, να σκύψεις πάνω από τα προβλήματα, να αναπτύξεις διαλεκτική με ανθρώπους, και οι τελικές επιλογές σου να αφήνουν (ποιοτικά) ικανοποιημένες τις ποσότητες εκείνες που επαρκούν για να «γίνει η δουλειά». Φυσικά, όταν αναφέρονται όλα τα παραπάνω, ενυπάρχει η βεβαιότητα -ως κριτήριο επιτυχίας ή μη- πως το ουσιαστικό ζητούμενο με αποδοτική «υπεραξία» είναι η πρακτική αποτελεσματικότητα και όχι η ιδεολογική ανύψωση. Αυτοί που χειρίζονται την ιδεολογία ως μέσο είναι ίσως οι μόνοι που μπορούν να την αναβαθμίσουν και την ίδια, εμπλουτίζοντας τη, επαναπροσδιορίζοντας τη, και -σα μια γενική σούμα, με πολυποίκιλες επιρροές- ενισχύοντας τη.
Πολλές φορές οι προθέσεις δεν μπορούν να πραγματωθούν, είτε γιατί ο αρχικός σχεδιασμός δεν έχει υπολογίσει σωστά τις κρίσιμες παραμέτρους με τη μεγαλύτερη «ευαισθησία», είτε γιατί προκύπτουν αντιδράσεις που δεν έχουν προϋπολογιστεί στις διαστάσεις που θα έπρεπε. Δεν είναι, επιπλέον, λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μια κυβέρνηση, πχ, ασκεί μια πολιτική γνωρίζοντας από πριν τις αντιδράσεις και ενώ δημοσιολογεί «στο maximum των απαιτήσεων» αποσκοπεί μέσα της στην επίτευξη είτε κάποιου ενδιάμεσου στόχου ή ακόμα και του πιο minimal.
Η πρώτη αριστερή διακυβέρνηση στον ελλαδικό χώρο δεν έχει ως ζητούμενα μόνο τα γνωστά προβλήματα -στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο-, αλλά και κάτι ακόμα, που να μας επιτραπεί να το θεωρούμε πως αποτελεί κάτι το ασυνειδήτως εξοβελίσιμο αυτή τη στιγμή από τις αναζητήσεις σχεδόν όλων όσων βυθίζονται στους «βάλτους του τετριμμένου». Το ότι κομίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα καινούριο υπόδειγμα άσκησης εξουσίας, σύμφωνα με το οποίο εφαρμόζει στο μέτρο του δυνατού τις θέσεις του, είναι γνωστό. Αυτό που καλό θα ήταν να έχουν όλοι στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους είναι το «μετά την εφαρμογή της κάθε επιμέρους πολιτικής». Γιατί, πχ, μπορεί σε μια σειρά τομέων (παιδεία, υγεία, αθλητισμός, φυλακές, κοκ) να προωθήσει τις θέσεις του και να νομοθετήσει αναλόγως, αλλά δεν τελειώνουν όλα εκεί σε σχέση με το ριζικό μετασχηματισμό πεδίων της ελληνικής κοινωνίας. Τουναντίον! Αν μετά από οποιοδήποτε χρονικό διάστημα επέλθει -όπως είναι φυσιολογικό να γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον, στατιστικώς είναι σίγουρο…- μια αλλαγή κυβερνητικού υποδείγματος από άλλα κόμματα, με διαφορετική φιλοσοφική/πολιτική θεώρηση από αυτή των σημερινών διαχειριστών της κρατικής εξουσίας, από τις αντιδράσεις που θα προκληθούν στο κοινωνικό σώμα θα φανεί κατά πόσο ρίζωσαν στο κοινωνικό υποσυνείδητο οι σημερινές απόπειρες του ΣΥΡΙΖΑ.
Θα αντιτάξει κάποιος πως, στον ενεστωτικό χωροχρόνο που ακόμα δεν έχει σταθεροποιηθεί σχεδόν τίποτα (εκτός από τη διαρκή οπισθοχώρηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στο «χρηματιστήριο» των πραγματικών Αξιών της πολιτικής ζωής), τέτοιοι προβληματισμοί φαντάζουν -στην καλύτερη των περιπτώσεων- μακρινοί και ενδεχομένως αχρείαστοι (ως και ισχνά βλαπτικοί). Κι όμως! Από τα πριν, όταν χαράσσεις κιόλας στις πρώτες εσωτερικές διαβουλεύσεις σου έναν σχεδιασμό, οφείλεις να κάνεις ουσιώδεις εκτιμήσεις για τη μακροπρόθεσμη αποδοχή και εδραίωση του. Αλλιώς, ότι κάνεις εσύ, θα το αλλάξουν με ευκολία οι επόμενοι, έστω και από συνήθεια ή τυφλή εκδικητικότητα παραδομένη στην εμπάθεια… Οι βαθιές τομές πραγματώνονται όταν γίνονται αποδεκτές από τους πολλούς, όχι γιατί αυτοί σε ψηφίζουν στη λογική του «να γλιτώσουμε από τους προηγούμενους» ή σε «πάνε» ειδικώς ή γενικώς, αλλά γιατί κατάλαβαν αρκετοί περισσότεροι από τους «δικούς» σου πως η ζωή τους άλλαξε προς το καλύτερο στην πράξη. Τότε, οι κίβδηλοι «μεταρρυθμιστές» -που στο χτες λειτούργησαν συνειδητά προς όφελος της ολιγαρχίας και εις βάρος των πολλών- πραγματικά θα έχουν περάσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με τις φρικτές αναμνήσεις των πεπραγμένων τους, και έτσι η κοινωνική ζωή από μόνη της θα παρέχει μόνιμα κάποια στάνταρ αυτόματης αξιοπρέπειας…
