Οι λέξεις ελευθερία και επιστροφή πλανιούνται παντού στον αέρα. Οι μέρες της καραντίνας -που άλλοι τις μετρούν μία μία και άλλοι χάνουν το μέτρημα- τελειώνουν. Αλλά ο φόβος δεν φεύγει. Οι άνθρωποι πηγαίνουν από τοίχο σε τοίχο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γράφουν ποιήματα και γνωμικά για να τον ξορκίσουν. Οταν επιχειρούν να βάλουν τα θεμέλια αυτής της μετά καραντίνα εποχής, να φτιάξουν έναν διάλογο, συγκρούονται αντί να συγκλίνουν.
Τίποτα το οριστικό δεν σχηματίζεται και οι επιστήμονες τους μπερδεύουν πολύ. Μια λέξη τους μπορεί αόριστα να διορθωθεί την επόμενη μέρα από κάποια άλλη, μια πρόταση να αντικατασταθεί από κάποια άλλη, τίποτα δεν σταθεροποιείται. Το «καλά τα καταφέραμε μέχρις εδώ» ξεφεύγει σαν αναστεναγμός και αντί να μας χαροποιεί, μας προβληματίζει. Για να τα καταφέρουμε στερηθήκαμε βασικές ελευθερίες. Και νιώθουμε το βάρος αυτού του μονότονου εγκλεισμού μεγάλο στις πλάτες. Δεν ξεκουραστήκαμε, όπως μας περιγράφουν οι χαρωποί τηλεπαρουσιαστές, και βγαίνουμε έξω πιο κουρασμένοι από ποτέ. Με την «ισχυρή σύσταση»: Ξεχάστε αυτά που ξέρατε!
Στο πίσω μέρος του μυαλού μου έχω την εικόνα ενός δεσμοφύλακα που επιτέλους κατάφερε να έχει στο κελί του έναν ενοχλητικό γείτονα που έβαζε δυνατά μουσική και τον ενοχλούσε. Δεν θέλει να τον τιμωρήσει, αλλά χαίρεται που τον έχει κλειδωμένο. Περιορισμένο. Για το καλό του δηλαδή. Για να μην κουφαθεί από τα ντεσιμπέλ.
Αποδιώχνω την εικόνα. Παίρνω βαθιά ανάσα και πληκτρολογώ για τελευταία φορά τον κωδικό 6. Ατημέλητο σώμα, χλομό πρόσωπο κι ένα χαμόγελο που προσπαθεί να ζωντανέψει και τα δυο σαν βιταμίνη D, που λένε πως ορθώνει αυθάδικα το ανάστημά της στον κορονοϊό.
Εμπρός λοιπόν καλά μου πόδια – πάμε να κερδίσουμε τη θέση μας στον ήλιο. Εξω βλέπω περισσότερο κόσμο σήμερα. Ενας γείτονας με χαιρετάει και σαν να κάναμε την ίδια σκέψη παρατηρεί γελώντας: «Η επιστροφή των ζόμπι». Σκέφτομαι πως θα ακολουθήσουν αφιερώματα του τύπου «οι τρεις μήνες που άλλαξαν τον κόσμο» και τρομάζω.
Οχι άλλο από αυτό το πικρό κοκτέιλ του φόβου, θέλω να φωνάξω. Εχω μάθει πώς να πλένω τα χέρια μου, να φοράω μάσκα, να μην αγγίζω τίποτα και κανέναν. Φτάνει. Αφήστε με να συνεχίσω τη ζωή μου. Να βρω τις ισορροπίες μου. Να αγκαλιάζω τους ανθρώπους με το βλέμμα και να τους φιλώ με τις λέξεις. Βίος βίου δεόμενος ουκ έστιν βίος, η ζωή που φοβάται τη ζωή δεν είναι ζωή.
