Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ εξελέγη στο αποκορύφωμα της ύφεσης από την κρίση του 1929. Οι Αμερικανοί τον εμπιστεύτηκαν. Στο πρόσωπό του είδαν τον πολιτικό που θα ανέτρεπε την πολιτική λιτότητας. Οι περισσότεροι αποδοκίμαζαν τη διστακτικότητα του Χούβερ και σε καμία περίπτωση δεν ήθελαν να επιστρέψουν στις πολιτικές του Τζον Κάλβιν Κούλιτζ, που πίστευε στο μικρό κράτος, στην ελευθερία των αγορών και στους πλούσιους.
Ο Ρούσβελτ έθεσε πρωταρχικό στόχο της προεδρίας του την εργασία. «Ο μεγαλύτερος πρωταρχικός στόχος μας είναι να βάλουμε τους ανθρώπους να δουλέψουν», δήλωσε στην ομιλία της ορκωμοσίας του. «Αυτό δεν είναι άλυτο πρόβλημα αν το αντιμετωπίσουμε σοφά και θαρραλέα. Μπορεί να επιτευχθεί εν μέρει με άμεσες προσλήψεις από την ίδια την κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας το θέμα όπως θα αντιμετωπίζαμε το επείγον ενός πολέμου, αλλά ταυτόχρονα, μέσω αυτής της απασχόλησης, πραγματοποιώντας έργα που τα έχουμε μεγάλη ανάγκη».
Η Works Progress Administration της πρώτης θητείας παρείχε εργασία σε σχεδόν οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους για να χτίζουν γέφυρες, δρόμους, σχολεία, ταχυδρομεία, μουσεία, κολυμβητήρια, πάρκα, κοινοτικά κέντρα, ζωολογικούς κήπους, πανεπιστήμια κ.ά.
ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1938 οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ξοδέψει περισσότερα χρήματα στην κοινωνική πρόνοια από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Πώς χρηματοδότησε η κυβέρνηση Ρούσβελτ αυτά τα προγράμματα; Αυξάνοντας τους φόρους των πλουσίων και δανειζόμενη χρήματα. Με τον «Φόρο του πλούτου» επέβαλε υψηλούς φόρους στα εισοδήματα των πλουσίων, ενώ με τον «Φόρο αναδιανομής των κερδών» πίεσε τις εταιρείες να διανέμουν τα κέρδη τους σε μερίσματα και μισθούς. Το 1938 εγκατέλειψε τις προσπάθειες για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και εφάρμοσε πρόγραμμα δαπανών 5 δισ. δολαρίων για να αυξήσει την αγοραστική δύναμη.
Τελικά, η ύφεση τερματίστηκε οριστικά με την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δαπάνες για τον πόλεμο διπλασίασαν το ΑΕΠ της χώρας, αλλά ο Ρούσβελτ παρέμεινε πιστός στην πολιτική του: «Για να κερδηθεί ο πόλεμος, όλοι θα πρέπει να πληρώσουν», είχε πει. Κάπως έτσι οι ΗΠΑ κέρδισαν τον πόλεμο με τη Γερμανία και την Ιαπωνία και διαμόρφωσαν την πολιτική της «συλλογικής ευθύνης». Με φορείς όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, στους οποίους είχαν τον έλεγχο, κατάφεραν να γίνουν –και να παραμείνουν– η αδιαμφισβήτητη πολιτική και οικονομική υπερδύναμη του πλανήτη.
ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΠΤΑ χρόνια από την εκλογή του Ρούσβελτ, ο χαμένος του 1945, η Γερμανία –υπερδύναμη πλέον – επωφελούμενη διαγραφών χρέους και γενναιόδωρων ενισχύσεων– κλήθηκε να αντιμετωπίσει ως άρχων της Ευρώπης μια παγκόσμια κρίση. «Η κρίση του κορονοϊού συνιστά τη μεγαλύτερη δοκιμασία για τη χώρα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», είπε η Μέρκελ στο γερμανικό Κοινοβούλιο. Ως πολιτικός και οικονομικός ηγέτης της Ευρώπης θα είχε τη μοναδική ευκαιρία να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ηγεσία: κοσμοπολίτικη σαν και αυτήν του Ρούσβλετ ή αυταρχική σαν του Βίσμαρκ.
Βέβαια, είχε αποκαλύψει τις προθέσεις της το 2010, με την κρίση χρέους, επιβάλλοντας με τον πρωσικό αυταρχισμό τις πολιτικές οικονομικού δαρβινισμού που ανέκαθεν εφάρμοζε, σύμφωνα με τον οποίο οι πλούσιες χώρες επιβάλλονταν στις πτωχές και οι οικονομικές ελίτ στους οικονομικά ευάλωτους.
Ο υγειονομικός χαρακτήρας της τωρινής κρίσης έκανε κάποιους να ελπίζουν ότι το γερμανικό πολιτικό σύστημα θα εγκατέλειπε τις αρχές του εθνικιστικού οικονομικού δαρβινισμού και του πρωσικού αυταρχισμού. Λάθεψαν. Τα επιχειρήματα για το ευρωομόλογο που πρόβαλε η Μέρκελ, η οποία αρέσκεται στο επίθετο «σιδηρά» που παραπέμπει στον «σιδηρούν καγκελάριο», δεν διαφέρουν και πολύ από τον παγγερμανισμό στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η ΜΕΡΚΕΛ υποστήριξε με αυταρχικό τόνο ότι «οι ενδιαφερόμενες χώρες θα έβλεπαν το ευρωομόλογο ως “λευκή κάρτα”, ώστε πάλι να αναβάλουν πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις». Η ίδια αντίληψη με εκείνην που είχε διατυπώσει η Μέρκελ το 2010 στην Ομοσπονδιακή Βουλή: «Κάθε βραχυπρόθεσμη απόφαση για σταθεροποίηση ενός κράτους-μέλους πρέπει να συνάδει με τους μακροπρόθεσμους στόχους για τη σταθερότητα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης ως συνόλου», είχε υποστηρίξει. Μια αντίληψη που παρέπεμπε περισσότερο σε εκείνες που είχαν διατυπώσει το 1904-1907 οι Γερμανοί ηγέτες, για να δικαιολογήσουν τη γενοκτονία των Χερέρο της «Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής», παρά στις αρχές της αλληλεγγύης και της ισότητας της συνθήκης της Ρώμης.
Μάλιστα η Μέρκελ, σε μια τοποθέτηση που παρέπεμπε στην περίφημη «Παγγερμανική Ενωση» των αρχών του 20ού αιώνα, είπε: «Ο γερμανικός λαός εγκατέλειψε το μάρκο, έχοντας εμπιστοσύνη σε ένα σταθερό ευρώ και αυτή η εμπιστοσύνη δεν επιτρέπεται να πληγεί σε καμία περίπτωση […] Καλός Ευρωπαίος δεν είναι εκείνος που παρέχει γρήγορη βοήθεια, αλλά εκείνος που τηρεί τις ευρωπαϊκές συνθήκες και το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σταθερότητα στην ευρωζώνη».
Αμετακίνητη στις θέσεις της παρέμεινε και τον Ιούνιο του 2012 όταν δήλωνε: «Εργαλεία όπως τα ευρωομόλογα, τα euro-bills ή το Ταμείο Κοινής Ευθύνης αντίκεινται στο γερμανικό Σύνταγμα», προτείνοντας να καθιερωθεί το δικαίωμα άμεσης πρόσβασης στον οικονομικό έλεγχο χωρών που παραβιάζουν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.
ΑΛΗΘΕΙΑ, τι θα σκεπτόταν αν ζούσε σήμερα ο πρόεδρος Ρούσβελτ και έβλεπε τον γερμανικό κίνδυνο να πνίγει την Ευρώπη; Πώς θα τον χαρακτήριζε βλέποντας τους Ευρωπαίους ηγέτες –σαν τους δικούς μας– να αποδέχονται τη γερμανική τυραννία; Σίγουρα (και) ο τωρινός γερμανικός αυταρχισμός σε βάρος των ευάλωτων που καταπατά όλες τις αξίες του και αντιβαίνει όλες τις φιλελεύθερες αρχές του θα προκαλούσε την οργή του, ενώ η έλλειψη ενός Ευρωπαίου άξιου, αποφασιστικού και αποφασισμένου να αντισταθεί, θα τον γέμιζε θλίψη.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
