Καίτοι η ρευστότητα των καιρών και η έμμονη αντίληψη περί μιας διαρκούς επιτάχυνσης των παραγωγικών/εργασιακών ρυθμών συνεπάγεται, αλλά και προϋποθέτει, κατά κανόνα τη ρευστότητα και την ευελιξία των κανόνων δικαίου («δίκαιο in flux»), το εργατικό δίκαιο παραμένει στον πυρήνα του ένα δίκαιο αναγκαστικά «βραδύ», υποχρεωτικά «δυσπροσάρμοστο», υπό την έννοια της αναγκαστικής τελολογίας ή μάλλον της αδήριτης εντελέχειάς του, που είναι η αναδιανεμητική αποκατάσταση της συμβατικής ισορροπίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, προκειμένου να εξασφαλίζεται μια αξιοπρεπής διαβίωση για τον τελευταίο.
Σε αυτό το μάλλον δυσοίωνο ή «δυστοπικό» κάδρο, ο νομοθέτης του εργατικού δικαίου επιχειρεί να θέσει κάποιους φραγμούς (εν είδει εργασιακών δικαιωμάτων νέας γενιάς) στην καταχρηστική εκμετάλλευση από τον εργοδότη των νέων μορφών ψηφιακής επικοινωνίας, και άρα παροχής εργασίας πέραν του νομίμου/συμβατικού χρόνου εργασίας, σε βάρος του μισθωτού. Ένα από αυτά τα νέας γενιάς εργασιακά δικαιώματα, λοιπόν, είναι και το «δικαίωμα στην ψηφιακή αποσύνδεση» (« droit à la déconnexion »), το οποίο πρώτος στην Ευρώπη (θέσπιση 08.08.2016 και έναρξη ισχύος 01.01.2017) ο Γάλλος νομοθέτης κατοχυρώνει στον γαλλικό Κώδικα Εργασίας (Code du travail) και ειδικότερα στη διάταξη της περ. 7 του άρθρου L2242-8.
Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για ένα νέο «δικαίωμα», αλλά μάλλον για μία νέα έκφανση αφενός του κλασικού δικαιώματος παροχής εργασίας μόνο εντός του νομίμου/συμβατικού ωραρίου, αφετέρου της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, και συγκεκριμένα της υποχρέωσης προστασίας της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου. Εξειδικεύει, λοιπόν, την προστασία του εργαζομένου τόσο ως προς τα χρονικά όρια εργασίας του, όσο και ως προς την υποχρέωση πρόνοιας υπέρ του από μέρους του εργοδότη, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον αμιγή εργασίας χαρακτήρα τού τόσο καθοριστικού για τη ψυχοσωματική υγεία του εργαζομένου ελεύθερου χρόνου. Η αλματώδης ψηφιακή «πρόοδος» συντείνει στη σχετικοποίηση του χρόνου εργασίας, καθώς καθιστά, μέσω του e-mail και των σύγχρονων συσκευών κινητής τηλεφωνίας, ανεμπόδιστα προσιτή την επικοινωνία εργοδότη (και των προστηθέντων του διευθυνόντων υπαλλήλων) και εργαζομένων.
Η παραδοξότητα είναι ότι αυτή η σχετικοποίηση είναι ολοκληρωτική, κατατείνει στην απόλυτη διαθεσιμότητα του εργαζομένου, σε μια διαρκή ετοιμότητά του. Από μία άποψη, το ωράριο δεν συνδέεται πια με τη διάρκεια του ημερήσιου ή εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, αλλά με τη διάρκεια της μπαταρίας του smartphone ή του tablet. Η τεχνολογία κρατά τον εργαζόμενο πάντοτε εντός της εμβέλειας του διευθυντικού δικαιώματος, καταργώντας de facto τις κρίσιμες παραμέτρους του «χρόνου και τόπου παροχής εργασίας». Δευτερευόντως, ο Γάλλος νομοθέτης, στο όνομα της αρχής της συλλογικής αυτονομίας και σεβόμενος τις, άγνωστες σε αυτόν, ιδιαιτερότητες κάθε εκμετάλλευσης, καταλείπει ευρύ πεδίο πλήρωσης του περιεχομένου του δικαιώματος, δηλαδή του πλάτους και του βάθους της προστασίας, στα ενδιαφερόμενα μέρη, τον εργοδότη και τους εργαζομένους κάθε επιχείρησης. Στην πραγματικότητα το δικαίωμα αποσύνδεσης, όσο καινό εμφανίζεται, τόσο κενό παραμένει, στον βαθμό που ο νομοθέτης αποφεύγει οποιοδήποτε «αυθεντικό» καθορισμό του περιεχομένου του, ενώ παραλείπει να καθορίσει ειδικότερες έννομες συνέπειες για τους εργοδότες που δεν θα συμμορφωθούν στη νομοθετική πρόνοια (ή μήπως νομοθετική παραίνεση;).
Καταρχήν φορέας του δικαιώματος αποσύνδεσης είναι οι εργαζόμενοι και φορέας της σχετικής υποχρέωσης ο εργοδότης. Είναι προφανές ότι υπόχρεοι είναι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της επιχείρησης, οι ασκούντες δηλαδή καταστατικά ή εκ του νόμου τη διοίκηση της επιχείρησης. Υπόχρεοι, κατά την ορθότερη προσέγγιση, είναι και οι διευθύνοντες υπάλληλοι, στον βαθμό που λειτουργούν στο όνομα και για λογαριασμό της επιχείρησης ως ενδιάμεσοι μεταξύ εργοδότη και προσωπικού. Ζήτημα γεννάται αν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, πέραν από υπόχρεοι σε σχέση με τους λοιπούς εργαζομένους, είναι και δικαιούχοι έναντι της ασκούσας το διευθυντικό δικαίωμα διοίκησης, στον βαθμό βεβαίως που δεν ανήκουν στην ύπατη βαθμίδα της σχετικής ιεραρχίας (μέλη Δ.Σ., διευθύνοντες σύμβουλοι/γενικοί διευθυντές). Οι διευθύνοντες υπάλληλοι ως γνωστόν εξαιρούνται νομολογιακά της προστατευτικής νομοθεσίας περί χρόνου εργασίας. Αυτό εν μέρει ή εν όλω αποτυπώνεται (και πρέπει να αποτυπώνεται) στις αποδοχές τους, οι οποίες είναι εκθετικά υπέρτερες του μέσου όρου των λοιπών εργαζομένων.
Το δικαίωμα αποσύνδεσης δεν υποχρεώνει τον εργαζόμενο να αποσυνδέεται από το διαδίκτυο προκειμένου να μην ενοχλείται από δυνητική επικοινωνία του εργοδότη ή των προστηθέντων του, αλλά υποχρεώνει τον εργοδότη και τα εντεταλμένα όργανά του να μην οχλούν τον εργαζόμενο μετά τη λήξη του ημερήσιου ωραρίου του ή κατά τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσής του ή κατά τη χρήση πάσης φύσεως αδείας του κ.ο.κ. Δεν είναι συνεπώς βάσιμη μια ένσταση του εργοδότη ή ότι απέστειλε ένα e-mail ή ένα sms στον εργαζόμενο, δίχως να απαιτήσει από τον τελευταίο να το αναγνώσει ή να απαντήσει. Η παραβίαση του δικαιώματος αποσύνδεσης στοιχειοθετείται –εν προκειμένω- με την αποστολή του μηνύματος ή της ηλεκτρονικής επιστολής.
Κι αυτό γιατί ο εργαζόμενος δικαιούται να διαθέτει τον ελεύθερο χρόνο του συνδεδεμένος στα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης, συμμετέχοντας έτσι στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Ουσιαστικά το δικαίωμα αποσύνδεσης δεν αφορά στον εργαζόμενο, αλλά στον εργοδότη. Ο εργοδότης υποχρεούται να μην οχλεί τον εργαζόμενο μετά το πέρας του ωραρίου του ή κατά την ημέρα ανάπαυσής του (λόγω ρεπό, αργίας, αδείας κ.λπ.), εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα επέκτασης του εργασιακού περιβάλλοντος χάρη στα ψηφιακά μέσα κατά τόπο και χρόνο. Εξυπακούεται, προφανώς, ότι ο εργοδότης δεν παραβιάζει το δικαίωμα αποσύνδεσης του εργαζομένου στις περιπτώσεις όπου αποστέλλει ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) στον εργαζόμενο σε μη συνδεδεμένη με τις προσωπικές του έξυπνες συσκευές επαγγελματική ηλεκτρονική διεύθυνση.
Το δικαίωμα αποσύνδεσης είναι ένα νέας γενιάς δικαίωμα που εξειδικεύει και επικαιροποιεί, στο πλαίσιο της φρενήρους τεχνολογικής «προόδου», θεμελιώδη δικαιώματα του μισθωτού που τον προστατεύουν από την εγγενή τάση κάθε εργοδότη να αποκομίσει μέσω της εντατικοποίησης της απασχόλησης το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από κάθε θέση εργασίας. Ο πρωτοπόρος Γάλλος νομοθέτης κατοχυρώνοντας το δικαίωμα αποσύνδεσης, έστω και ανεπαρκώς, υπενθυμίζει έμμεσα ότι ο άνθρωπος δεν είναι συρρικνώσιμος στο μειωτικό επίπεδο ούτε του «homo œconomicus» ούτε του «animal/homo laborans», αλλά είναι το έμβιο ον που μπορεί, δικαιούται και υποχρεούται χάριν της αξιοπρέπειάς του (per se) να «αποσυνδέεται» -τουλάχιστον ενίοτε- από τις ωφελιμιστικές ενορμήσεις και τις τελειοθηρικές αξίες.
