ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Στεύη Κίτσου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το προσφυγικό ζήτημα δεν είναι κάτι καινοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Ηταν, είναι και θα αποτελεί για πολλά ακόμα χρόνια θέμα διαχείρισης των εκάστοτε κυβερνήσεων, εφόσον δεν αλλάξουν άμεσα οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί, καθώς και το υπάρχον σύστημα μιας μάλλον αφηρημένης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αυτό ωστόσο που επανεμφανίζεται παράλληλα με την κρίση των τελευταίων ημερών είναι μια πολύ συγκεκριμένη ρητορική που αποκτά χαρακτηριστικά κυρίαρχου λόγου στο πλαίσιο στοχευμένης άσκησης -αντιμεταναστευτικής- πολιτικής. Για την ακρίβεια, βέβαια, η επιλογή αυτή είχε διαφανεί ήδη από πολύ νωρίς, όταν στον δημόσιο λόγο άρχισε να μπαίνει με όρους κανονικότητας η πρόσληψη του προσφυγικού ως «προβλήματος μεταναστευτικού», για να γίνουν στη συνέχεια οι μετανάστες «ασύμμετρη απειλή», «λαθροεισβολείς», «μαζική εισροή», «εξωτερικοί εχθροί», «ορδές αλλόθρησκων» που έρχονται και υπονομεύουν την ταυτότητα και την ασφάλειά μας.

Με υποδόριες ενέσεις εθνικής ανάτασης σε ένα μέρος του εκλογικού σώματος που έψαχνε να βρει το επόμενο «μακεδονικό» και κλείνοντας τώρα το μάτι σε ένα άλλο, που βίωσε την κρατική καταστολή λόγω της αντίστασης στα κέντρα υποδοχής, η ρητορική αυτή δίνει τον πολυπόθητο χώρο και την ορατότητα σε κάθε λογής τιμητές της ακροδεξιάς πτέρυγας να καπηλευτούν τη βιωμένη δυσκολία των ανθρώπων των νησιών και να δοκιμάσουν τα όρια των συνόρων. Το αφήγημα αυτό θα ήταν ακόμα μια πραγματεία στις εκφάνσεις του (εθνο)λαϊκισμού αν δεν ήταν διαχρονικά επικίνδυνο, αν τα λιμάνια των νησιών δεν γίνονταν οι νέες πλατείες Αγίου Παντελεήμονα, αν εφτά χρόνια μετά δεν είχαμε πληρώσει με αγώνα και αίμα τη μετουσίωση της ακροδεξιάς ρητορικής σε real politics και στον ακτιβισμό του δρόμου. Αντ’ αυτού, μαζικά εγερτήρια για εθνική αφύπνιση και εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης μπερδεύονται σε έναν αχταρμά πατριδολαγνείας και γενικευμένης στρατιωτικοποίησης, χαϊδεύοντας το μαλακό υπογάστριο των πιο συντηρητικών αντανακλαστικών.

Η συμπερίληψη και οι αρχές του ανθρωπισμού που αποτυπώνονται στη γλωσσική έκφραση δεν είναι και δεν μπορούν να είναι αμιγώς ζήτημα πολιτικά ορθού λόγου.

Μια τέτοια επιφανειακή ανάγνωση θα στερούσε από την ουσία του ζητήματος, που επικεντρώνεται στο ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ασύμμετρη απειλή και «λαθροεισβολείς» όταν η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που φτάνει στα σύνορα με όποιο μέσο επιθυμεί να αιτηθεί άσυλο, έννοια απόλυτα συνυφασμένη με τη δίωξη από τη χώρα καταγωγής, την ανάγκη για ασφάλεια και συνθήκες ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οσο θελκτικό κι αν ακούγεται στα αυτιά των νοσταλγών του Επους του ’40, δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση πολιορκίας, δεν αποκρούουμε κάποιον κατακτητή, δεν βιώνουμε τον εξισλαμισμό της πατρίδας μας από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες μαζί.

Ο mainstream ρατσισμός αφήνει να διαχέεται συγκεχυμένη και ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, πετσοκομμένα άρθρα του Συντάγματος και διεθνών συνθηκών, μαζί με γενναίες δόσεις ψευδών ειδήσεων, γιατί ξέρει ότι αυτό που στο τέλος θα μείνει να εμπεδώνεται στο χωνευτήρι των συνειδήσεων είναι ένα «δεν χωράμε άλλους».

Εισάγει στον καθημερινό διάλογο επιτακτικά το κριτήριο της νομιμότητας, καθώς και της εργαλειοποίησης των μεταναστών από την τουρκική πλευρά, αποσιωπώντας ωστόσο ότι σε αντίστοιχη εργαλειοποίηση προβαίνει η κυβέρνηση κεφαλαιοποιώντας μια μισαλλόδοξη ρητορική προκειμένου να κερδίσει νομιμοποίηση και να συσπειρώσει την εκλογική της βάση, της οποίας τους αρμούς είδε να διαρρηγνύονται επικίνδυνα στη διαχείριση των ροών στα νησιά του βορειανατολικού Αιγαίου.

Διότι αν πράγματι κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι να τηρηθεί η νομιμότητα των διαδικασιών και να διαφυλαχθεί ακέραιη η κοινωνική συνοχή, οφείλει να διαχωρίσει τις θέσεις της και να καταδικάσει χωρίς περιστροφές τον προπηλακισμό και τις απειλές σε εργαζόμενους σε ΜΚΟ και αλληλέγγυους, το κάψιμο των κοινωνικών χώρων που προσφέρουν αρωγή σε μετανάστες και αιτούντες άσυλο, την αντιποίηση αρχής από αυτοσχέδιες πολιτοφυλακές στα σύνορα, τα ανεξέλεγκτα πυρά και τους επιβεβαιωμένους από αυτά θανάτους μεταναστών, τις συνθήκες κράτησης, τις παράνομες επαναπροωθήσεις, τις μαζικές χωρίς καν καταγραφή απελάσεις, να συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και να τηρήσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της.

Δεν γίνεται να επιστρατεύουμε το επιχείρημα του νόμου σηκώνοντας για πολιτική παντιέρα την πάταξη των παρανόμων και να τον καταλύουμε όταν δεν εναρμονίζεται με την κομματική στοχοθεσία και δεν χωράει στο αφήγημα της συνοχής του έθνους. Για να το πούμε απλά, στα κυρίαρχα κράτη και στις κραταιές δημοκρατίες, α λα καρτ νομιμότητα δεν νοείται, ούτε προσαρμοσμένος, αναλόγως των συγκυριών, ανθρωπισμός.

Οι άνθρωποι δεν θα σταματήσουν να αποζητούν την ασφάλεια και την αξιοπρεπή διαβίωση και δεν θα αναχαιτιστούν, όσα εμπόδια κι αν βρεθούν μπροστά τους, όσα επιδόματα κι αν περικοπούν, όποια απουσία ενταξιακής πολιτικής κι αν συναντήσουν, γιατί η βασική τους επιδίωξη είναι να ζήσουν. Ακόμα και αν τους αναγνωρίσουμε ως πρόσφυγες, ακόμα κι αν τους πούμε (οικονομικούς) μετανάστες. Γι’ αυτό και δεν είναι ελαφρού τύπου «δικαιωματισμοί» και ευαισθησίες η αναγνώριση και η ορατότητα των ανθρώπων, ακόμα και αν δεν είναι Ελληνες σε ελληνική επικράτεια.

Καμία νομιμοποίηση δεν υπάρχει στην αποκτήνωση που λαμβάνει χώρα αυτόν τον καιρό και που υποδαυλίζεται σταθερά από την κανονικοποίηση του μίσους. Οταν αυτοί οι άνθρωποι θα μείνουν (γιατί κάποιοι από αυτούς θα μείνουν), το μίσος που έχουν λάβει και έχει εμποτιστεί στη συνείδησή τους θα μείνει μαζί τους, θα αναγεννηθεί και θα διαχυθεί εκεί από όπου προήλθε, σε έναν αέναο κύκλο πόλωσης και διχασμού.

*Δικηγόρος, υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών