«Καλός είναι ο αγιασμός, αλλά πάρε και καμιά γάτα», λέει μια παροιμία. Με αυτήν εννοείται ότι σε περιπτώσεις που είναι σοβαρή η κατάσταση δεν πρέπει να εφησυχάζουμε (να περιμένουμε κυριολεκτικά από τον αγιασμό σε κάποιες περιπτώσεις), αλλά να προσέχουμε περισσότερο και να πάρουμε πρόσθετα μέτρα.
Καλή η αναφορά στα θεία, αποδεκτή η πίστη του καθενός, αλλά αυτή η έρμη η επιστήμη τι λόγο έχει; Από τα χρόνια του Γαλιλαίου έχουμε απομακρυνθεί πολύ, όμως από τις θεοκρατικές πρακτικές και θεωρίες ακόμα.
Θυμάμαι, τα πρώιμα μαθητικά χρόνια, αφήναμε ένα βιβλίο να πέσει στο δάπεδο της εκκλησίας, μπροστά από την εικόνα ενός αγίου· από τις σελίδες όπου θα έμεινε ανοιχτό θα ήταν τα θέματα. Εννοείται ότι εμείς οι μαθητές θα γράφαμε καλά. Οπως αντιλαμβάνεστε, αυτό δεν συνέβαινε. Οι λαϊκές δοξασίες καλά κρατούν και μεταφέρονται με το πέρασμα των χρόνων.
Κάποιοι τηλεπωλητές μαντζουνιών, ελπίδας, ψυχών και ψεύδους υπάρχουν και στις μέρες μας, όπως τον Μεσαίωνα· ευτυχώς κάποιους άλλους δεν τους καίνε ως μάγους. Το υπόλοιπο κατηγορητήριο έχει παραμείνει το ίδιο: είναι άθεοι, απάτριδες, ανθέλληνες.
Στην περίπτωση του κορονοϊού έχουμε μια αλλοπρόσαλλη αντιεπιστημονική πρακτική. Ενώ έχουν ληφθεί πολλά μέτρα προστασίας, κάποιοι έχοντες δημόσια αξιώματα, υπουργοί, πανεπιστημιακοί, βουλευτές, μητροπολίτες, διευθυντές, συνεχίζουν να υποστηρίζουν, άμεσα ή έμμεσα, ότι η μετάδοσή του δεν πραγματοποιείται με τη Θεία Κοινωνία για τους γνωστούς λόγους. Οπως και δεν περιορίζεται η λειτουργία των εκκλησιών, λόγω της συγκέντρωσης πολλών πιστών σε μικρό χώρο. Και στις δύο περιπτώσεις δεν γίνεται αναφορά και επίκριση στο θρησκευτικό συναίσθημα, στην πίστη, ούτε στο λειτουργικό της θρησκείας· παρά μόνο ότι αυτά είναι πρόσθετα, αναγκαία μέτρα.
Η προσέγγιση αυτή είναι διαχρονική. Στα τέλη του 1926 στη Λέσβο, όπως και σε άλλες περιοχές, υπήρχε μεγάλη περίοδος ανομβρίας. Οπότε είχε οριστεί ημερομηνία για παράκληση. Ο Μυριβήλης δημοσιεύει το χρονογράφημα «Περί υδρευτικών λιτανειών». Σ’ αυτό γράφει: «Συμφωνώ λοιπόν κατ’ αρχήν επί του ζητήματος των υδραυλικών αυτών εκκλησιαστικών παρακλήσεων».
Και προτείνει να γίνεται κάθε χρόνο «μια τέτοια βροχολογική κίνησις επάνω στο νησί. Αλλά τα περί ανομβρίας τροπάρια να μη ψάλλονται με δεμένας τας χείρας. Να κάμνομεν αυτάς τας λειτανίας όλοι μαζί, κρατούντες όμως έκαστος εξ ημών και έκαστον από τα παιδιά μας, ανά ένα δενδρύλλιον προς φύτευσιν». Και συνεχίζει: «Τι τα θέλετε. Είναι μια αδυναμία αυτή του Θεού. Να βρέχει όπου βλέπει δέντρα […] ρωτήστε αν θέλετε τον Δεσπότη, ρωτήστε όμως και τον καθηγητή των Φυσικών να σας πει σχετικώς». Εκατό χρόνια μετά βρισκόμαστε περίπου στο ίδιο σημείο· η επιστήμη δεν έχει επικρατήσει των δοξασιών και εικασιών· ο Καίσαρας εμπλέκεται με τον Θεό.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
