Την ώρα που ο Ερντογάν βρισκόταν στις Βρυξέλλες, ο πρώην τσάρος της Οικονομίας της Τουρκίας, Αλί Μπαμπατζάν, κατέθετε και τυπικά την αίτηση για δημιουργία νέου κόμματος. Είναι κοινό μυστικό στην Αγκυρα ότι το νέο κόμμα έχει την πλήρη παρασκηνιακή στήριξη του πρώην προέδρου και πρωθυπουργού Γκιουλ.
Ετσι, το στίγμα του νέου κόμματος προβάλλει ξεκάθαρο: προσβλέπει στη συσπείρωση των απογοητευμένων –από την αυταρχική εκτροπή Ερντογάν– ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ. Η παραπάνω στόχευση δεν απειλεί μόνο με αποδυνάμωση το ΑΚΡ, αλλά αποτελεί σοβαρή υποθήκη στην ολοκλήρωση της θεσμικής μεταρρύθμισης της Τουρκίας με τη σταθεροποίηση ενός δικομματικού πολιτικού σκηνικού.
Το εγχείρημα Γκιουλ – Μπαμπατζάν δεν θα κριθεί μόνο από τα ποσοστά που θα καταγράψει στις δημοσκοπήσεις, αλλά και από την επιρροή που αναπόφευκτα θα ασκήσει στον κομματικό μηχανισμό του ΑΚΡ. Με άλλα λόγια, η ίδρυση νέου κόμματος από τον πρώην στενό κύκλο συνεργατών του Ερντογάν θέτει στα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος το ερώτημα για τον αν ο παντοδύναμος Ηγέτης τους έχει πλέον παύσει να αποτελεί εγγύηση για τη μακροημέρευσή τους στην εξουσία, έχοντας μεταβληθεί αντίθετα σε βαριά υποθήκη.
Ετσι, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην ιδρυτική διακήρυξη το κόμμα του Μπαμπατζάν αναφέρεται στην ανάγκη διεύρυνσης των ελευθεριών, αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και ανάταξης της οικονομίας: πρόκειται για ένα τρίπτυχο επιστροφής στις ρίζες, στην περίοδο δηλαδή πριν από την αυταρχική στροφή του 2013, που έγινε θύελλα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016.
Ζητούμενη παραμένει η αντίδραση του Ερντογάν, με δεδομένο όμως ότι τόσο ο Μπαμπατζάν όσο και ο Γκιούλ έχουν διευρυμένη αξιοπιστία στην κοινή γνώμη. Αν ο πρώτος θυμίζει την περίοδο ανάπτυξης και διευρύνσεις της ευημερίας, ο δεύτερος διετέλεσε μεταβατικός πρωθυπουργός μέχρι να αποδοθούν τα πολιτικά δικαιώματα στον Ερντογάν, τον Μάρτιο του 2003, και ως υποψήφιος για την προεδρία το 2007 έγινε το σύμβολο της σύγκρουσης με τη στρατιωτική ηγεσία που είχε θέσει βέτο στην ανάδειξή του στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα.
