Ανεξάρτητα από το τι θα προκύψει από τη σημερινή επίσκεψη του Ερντογάν στις Βρυξέλλες η κυρίαρχη τάση στις σχέσεις Τουρκίας και Ε.Ε. (κατά κύριο λόγο της Γερμανίας) είναι ο κατευνασμός και η εκτόνωση. Με την αξιοπιστία του υποθηκευμένη, τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και στη Ρωσία, αλλά και τον παρεμβατισμό του στη Μέση Ανατολή να αμφισβητείται, τόσο από το Ισραήλ όσο και από τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της, ο Ερντογάν δεν έχει το περιθώριο μιας ψυχροπολεμικής υποτροπής στις σχέσεις της Αγκυρας με τις Βρυξέλλες.
Σε ό,τι αφορά τη Γερμανία και τη Γαλλία, με την καθεμία χώρα να έχει δική της ατζέντα απέναντι στην Τουρκία, η στήριξη της πολιτικής του στη Συρία, για την οποία πιέζει ο Ερντογάν, μπορεί να είναι επωφελής και για τις δύο πλευρές:
– Πρώτον, η Αγκυρα να μην είναι πλήρως απομονωμένη σε κάθε μελλοντική διμερή διαβούλευση με τη Μόσχα, μια διμερή ισορροπία στο πλαίσιο της οποίας οι συσχετισμοί είναι εξ ορισμού δυσμενείς για την τουρκική πλευρά.
– Δεύτερον, με την παρεμβολή τους μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας, Γερμανία και Γαλλία, χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τις στενές διμερείς σχέσεις τους με το Κρεμλίνο, να δηλώνουν ένα μόνιμο «παρών» στις εξελίξεις στη Συρία και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Τούτων λεχθέντων, αν το Βερολίνο δίνει απόλυτη προτεραιότητα στον κατευνασμό και την εκτόνωση στις σχέσεις με την Τουρκία, το Παρίσι έχει περιφερειακές στοχεύσεις που συγκρούονται με την Αγκυρα σε τρία μέτωπα: στη Συρία όπου η Γαλλία θα ήθελε να ελέγχει τις εναπομείνασες αντικαθεστωτικές δυνάμεις, στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και στη Λιβύη. Με άλλα λόγια, ο Μακρόν, για να συναινέσει στα όσα συμφωνούν η Μέρκελ και ο Ερντογάν, έχει το περιθώριο να πιέσει την Αγκυρα για ουσιαστικές υποχωρήσεις στα μέτωπα διμερών αντιπαραθέσεων.
Αφού δεν κατάφερε να είναι ο οικοδεσπότης της τετραμερούς συνόδου κορυφής στην Κωνσταντινούπολη με τους Πούτιν, Μέρκελ και Μακρόν, ο Ερντογάν λίγες μέρες μετά την επίσκεψή του στη Μόσχα μεταβαίνει σήμερα στις Βρυξέλλες.
