ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Κολίσης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τα εργασιακά αλλά και το πάντα καίριο και σημαντικό θέμα της εκπαίδευσης θα θέλαμε να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις τόσο σχετικά με το ζήτημα της αξιοκρατίας και της ισότητας ευκαιριών όσο και με τη γενικότερη αντίληψη περί «καπιταλισμού της αγοράς» και «φιλελευθερισμού» της εγχώριας ελίτ.

Οι έννοιες αξιοκρατία και ισότητα ευκαιριών έχουν ιδιαίτερο βάρος στη φιλελεύθερη σκέψη ως συνεπακόλουθα των κεντρικών ιδεών περί ελευθερίας και ισότητας. Πάνω σε αυτές τις έννοιες χτίζεται το οικοδόμημα του επιτυχημένου αυτοδημιούργητου επαγγελματία και γενικότερα όλη η αντίληψη περί του αμερικανικού ονείρου αλλά και του καπιταλισμού της αγοράς ως συστήματος μοναδικού στην παροχή ευκαιριών και δυνατοτήτων κοινωνικής ανέλιξης – σε αντίθεση με τον «ισοπεδωτικό προς τα κάτω» σοσιαλισμό.

Ο Τ. M. Scanlon, επιφανής Αμερικανός φιλόσοφος και καθηγητής στο Harvard, κάθε άλλο παρά κομμουνιστής, στο έργο του «Why Inequality Matters» (Γιατί έχει σημασία η ανισότητα) επιχειρεί μια φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος της ανισότητας και των τρόπων υπέρβασής της προσπαθώντας να αποφύγει τη χρήση «εξισωτικών»(egalitarian) επιχειρημάτων. Εκκινώντας από το έργο του John Rawls, ο οποίος στο βιβλίο του «Θεωρία Δικαιοσύνης» προσπάθησε να διατυπώσει αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να δομηθεί μια κοινωνία δίκαιη μεταξύ προσώπων ίσων και ελεύθερων, επεξεργάζεται την ιδέα της ισότητας των ευκαιριών.Ο Scanlon προτάσσει με τη σειρά του αρχές με βάση τις οποίες μπορεί να επιτευχθούν και να αξιολογηθούν οι έννοιες «ισότητα των ευκαιριών» και «αξιοκρατία». Σύμφωνα με τον Scanlon, για να επιτευχθεί αυτού του είδους η ισότητα τόσο σε γενικό (κοινωνικής οργάνωσης) όσο και σε ειδικό (επιλογή ενός υποψηφίου για μια θέση) επίπεδο πρέπει να αξιολογηθεί τόσο η αναγκαιότητα ύπαρξης της ίδιας της θέσης ή αξιώματος όσο και η διαδικασία πλήρωσής τους και διακρίνει τρεις αρχές.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρώτη αρχή, θα πρέπει να κριθεί αν η θέση (χρησιμότητα, αρμοδιότητες, αμοιβή) είναι σύμφωνη με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αποκλείοντας δηλαδή αδικαιολόγητες αμοιβές ή άνισες κατανομές αρμοδιοτήτων. Η δεύτερη αρχή αφορά τη διαδικασία επιλογής και συγκεκριμένα το αν πληρούνται όλες οι βασικές προϋποθέσεις για την ορθή αξιολόγηση των υποψηφίων. Αν εξετάζονται και αξιολογούνται δηλαδή αντικειμενικά όλοι οι υποψήφιοι χωρίς αποκλεισμούς λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.λπ. Κάτι που θα κρινόταν έτσι κι αλλιώς εκτός από ηθικά ανεπίτρεπτο και οικονομικά ανορθολογικό.

Οπως είναι εμφανές, μια τέτοια τυπική ισότητα δεν κατορθώνει να πείσει μια κοινωνία που βρίθει αποκλεισμών και ανισοτήτων. O Scanlon εξετάζει την ιδέα μιας ουσιαστικής ισότητας ευκαιριών η οποία απαιτεί την άρση αυτών των αποκλεισμών και τη δημιουργία θεσμών και διαδικασιών που θα επιτρέπουν σε όλους τους ανθρώπους να αναπτύσσουν τα ταλέντα τους και να διαμορφώνουν σχέδια για μια ευτυχισμένη ζωή. Σύμφωνα με αυτή την τρίτη αρχή, στην επίτευξη αυτού του στόχου κομβικό ρόλο παίζει η εκπαίδευση. Κατά την πιο κοινή κριτική, ο λόγος που ένα σύστημα ουσιαστικά ίσων ευκαιριών παρουσιάζεται από ουτοπικό ώς και αφελές είναι το «υπέρογκο κόστος» του. Παραγνωρίζεται όμως το κόστος των αποκλεισμών (απόδειξη η αύξηση του παραγόμενου προϊόντος μετά την ένταξη των γυναικών στην παραγωγή), το κόστος των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του μεγάλου πλούτου και η ηθικά αντιφιλελεύθερη παραβίαση της ισότητας των προσώπων και της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους.

Με βάση τα παραπάνω θα προσπαθήσουμε να σχολιάσουμε συντόμως την ελληνική κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, όπου είναι εμφανές ότι αποτυγχάνει η εγχώρια «φιλελεύθερη» άρχουσα τάξη, μην μπορώντας να ικανοποιήσει καμία από τις τρεις αρχές.

Οσον αφορά την πρώτη αρχή, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα (ακολουθώντας τη διεθνή πρακτική) εμφανίζονται και στην Ελλάδα θέσεις και πόστα με υπέρογκους μισθούς και ταυτόχρονα οι «απλοί» εργαζόμενοι είναι εξαιρετικά χαμηλόμισθοι σε σχέση με την εργασία που προσφέρουν, ενώ συχνά στο Δημόσιο δημιουργούνται θέσεις ειδικά για ημέτερους. Αναφορικά με τη δεύτερη αρχή, μια τέτοια τυπική ισότητα ευκαιριών είναι αυτή που ευαγγελίζονται (στην καλύτερη περίπτωση) οι εγχώριοι υπέρμαχοι της «αξιοκρατίας», οι οποίοι βασιζόμενοι στη φαινομενική «δικαιοσύνη» της διαδικασίας αξιολόγησης αναπτύσσουν και ενός είδους ρατσισμό προς τους μη προνομιούχους. Εκφράζουν την αντίληψη δηλαδή πως το να βρίσκεσαι στη θέση που είσαι οφείλεται αποκλειστικά στις δικές σου επιλογές και προσόντα. Στην πραγματικότητα όμως ακολουθούν τις «γνώριμες» μεθόδους επιλογής στελεχών. Συγκεκριμένα οι διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα διακρίνονται από νεποτισμό, οικογενειοκρατία και παραγοντισμό. Ειδικά ο δημόσιος τομέας, αφού θεμελιώθηκε και οργανώθηκε με αυτούς τους όρους, τώρα στηλιτεύεται και υπονομεύεται συλλήβδην ως ανεπαρκής και προαναγγέλλονται αναδιαρθρώσεις…

Σχετικά με την τρίτη αρχή, την ουσία του φιλελεύθερου ιδεώδους της ισότητας ευκαιριών, παρατηρείται μια στρατηγική υπονόμευσης όλων των βαθμίδων της δημόσιας εκπαίδευσης: από τις λίγες προσφερόμενες θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και τα κενά των εκπαιδευτικών στα σχολεία έως την υποχρηματοδότηση και την απαξίωση των δημόσιων Πανεπιστημίων. Στην προσπάθεια δημιουργίας αποκλεισμών εντάσσεται και η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και η προσπάθεια επιβολής διδάκτρων. Η στρατηγική αυτή καταδεικνύει τη συνολικότερη αντίληψη της εγχώριας ελίτ περί αξιοκρατίας και αριστείας. Είναι εμφανές ότι δεν επιθυμεί την ισότιμη μόρφωση όλων των μελών της κοινωνίας ούτε την απελευθέρωση των δυνατοτήτων της συνολικής δεξαμενής ανθρώπινου κεφαλαίου.

Δεν ενδιαφέρεται, αντίθετα με ό,τι δηλώνει, ούτε για την αξιοκρατία ούτε για την ισότητα ευκαιριών ούτε για την ανάπτυξη, παρά για τη διατήρηση του «παλαιού καθεστώτος» της. Δεν ενισχύει το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα όχι μόνο γιατί δεν την αφορά, αλλά, αντίθετα, την υπονομεύει. Φοβάται την ίδια της την ανεπάρκεια και λόγω αυτής της ανασφάλειας προσπαθεί με την υπεροπλία των μέσων που διαθέτει να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη με σλόγκαν και συνθήματα υπέρ των «αρίστων». Είναι φυσικό να μη θέλει να δώσει πνευματικά όπλα στην κοινωνία, για να μην αναγνωρίσει εκείνη ότι ο παρασιτικός της καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα γυμνός. Η άρχουσα τάξη κρίνεται ανεπαρκής στην υλοποίηση θεμελιωδών αρχών ακόμα και της δικής της, υποτίθεται, ιδεολογίας. Το θέμα είναι όμως εμείς τι κάνουμε…

* πολιτικός επιστήμονας