ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βιβή Κεφαλά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας εις βάρος των γειτόνων της δεν αποτελεί ένα καινούργιο στοιχείο της εξωτερικής της πολιτικής, έχοντας ήδη εκδηλωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Ωστόσο, οι ανατροπές που επήλθαν μετά την κατάρρευση του διπολισμού και τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2001 εναντίον των ΗΠΑ δημιούργησαν ένα ασταθές και συγκρουσιακό περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου η αναζήτηση της ασφάλειας θεωρήθηκε επαρκής δικαιολογία για την παραβίαση στοιχειωδών διεθνών κανόνων και αρχών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία υπό το ΑΚΡ ιδεολογικοποιεί τις επεκτατικές της βλέψεις και τις ηγεμονικές της φιλοδοξίες με το δόγμα Νταβούτογλου, το οποίο εκφράζει έναν νεο-οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό, προβάλλοντας ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ως σύγχρονο πολιτικό και ιδεολογικό ζητούμενο. Ετσι, η Τουρκία παρουσιάζεται όχι μόνο ως αναγκαίος εταίρος για όλους αλλά και ως η ήρεμη δύναμη που μπορεί να δώσει νέα ώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο και ταυτόχρονα αποτελεί ενταγμένο μέλος του δυτικού κόσμου.

Ωστόσο, η χαοτική κατάσταση που επικράτησε στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική μετά τις εξεγέρσεις του 2011, σε συνδυασμό με την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 στην Τουρκία, διαλύει την εικόνα της ήρεμης δύναμης που καλλιεργεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Εκτοτε, ο Τούρκος πρόεδρος γίνεται όλο και πιο αυταρχικός στην εσωτερική πολιτική και όλο και πιο επιθετικός στην εξωτερική του πολιτική. Σε ρητορικό επίπεδο χρησιμοποιεί έναν παραληρηματικό λόγο αναφερόμενος στα «σύνορα της καρδιάς μας», δηλαδή διεκδικεί ούτε λίγο ούτε πολύ τα εδάφη τής πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα «ιστορικά» δικαιώματα της Τουρκίας στα εδάφη αυτά.

Οι σχετικές δηλώσεις θα ήταν απλώς γραφικές εάν δεν συνοδεύονταν από μια πολιτική που αποτελείται από ένα εκρηκτικό μείγμα απειλών, προκλήσεων, εκβιασμών, συστηματικής χρήσης στρατιωτικής βίας, ευκαιριακών συμπράξεων, δημιουργίας τετελεσμένων και νομιμοποίησής τους. Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται στη Συρία, όπου η Τουρκία πραγματοποιεί την τρίτη εισβολή σε συριακό έδαφος, για να ελέγξει την Ιντλίμπ. Στόχος της είναι η δημιουργία ενός προτεκτοράτου στα τουρκο-συριακά σύνορα, ώστε να διασπαστούν τα κουρδικά εδάφη στη Συρία αλλά και η προστασία των τζιχαντιστών, με τους οποίους συνεργάζεται κατά καιρούς, μέρος των οποίων έχει καταφύγει στην επαρχία αυτή. Αντίστοιχη είναι και η δράση της στη Λιβύη, όπου χρησιμοποιεί την αδύναμη κυβέρνηση Σαράτζ, για να παρεμποδίσει τις τριμερείς συμπράξεις στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και την Κυπριακή Δημοκρατία σε αποδοχή της διχοτόμησης.

Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία θέλει να επιβληθεί ως ρυθμιστής των περιφερειακών ισορροπιών και καθιστά σαφές ότι θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, διακινδυνεύοντας ακόμα και το ενδεχόμενο ρήξης με τις ΗΠΑ -όταν προσέγγισε τη Ρωσία- αλλά και ρήξης με τη Μόσχα εξαπολύοντας την επίθεση εναντίον της Ιντλίμπ. Μέχρι στιγμής οι ρήξεις έχουν αποφευχθεί και σε δύσκολη θέση έχουν έλθει και η Ουάσινγκτον και η Μόσχα, που όμως χρησιμοποιούν την πολιτική Ερντογάν στον ανανεωμένο ανταγωνισμό τους.

Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρόεδρος φαίνεται να έχει πλήρη επίγνωση της αδυναμίας των αντιπάλων ή συμμάχων του να θέσουν όρια στην επιθετικότητά του, είτε διότι θεωρούν ότι το κόστος της πολιτικής του δεν θα είναι μεγάλο για τους ίδιους είτε ότι το κόστος για τον αντίπαλο θα είναι μεγαλύτερο είτε διότι θεωρούν ότι δεν τους αφορά, όπως συμβαίνει με το προσφυγικό, με το οποίο η Αγκυρα εκβιάζει την Ε.Ε. και πιέζει ακόμα περισσότερο την Ελλάδα.

Ωστόσο, το προσφυγικό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, γιατί τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την πλημμυρίδα των απελπισμένων παρά μόνο η λήξη των πολέμων που τους οδηγεί στον επικίνδυνο δρόμο της προσφυγιάς. Για να γίνει αυτό όμως θα πρέπει να καταβληθούν ουσιαστικές και συντονισμένες προσπάθειες για την επίτευξη βιώσιμης ειρήνης, ώστε να υπάρξει πραγματική ασφάλεια.

Προφανώς, βρισκόμαστε ακόμα μακριά από αυτό το σημείο, διότι οι χώρες που συντηρούν τους πολέμους στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική δεν πρόκειται να σταματήσουν μέχρι να επιτύχουν τους στόχους τους. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα, γιατί οι στόχοι τους είναι αντιθετικοί και θα πρέπει να υπάρξουν μείζονες ανατροπές, ώστε να σταματήσουν αυτοί οι πόλεμοι διά αντιπροσώπων, όπως έγινε με τον πόλεμο στον Λίβανο. Στο μεταξύ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα συνεχίσει να εκβιάζει, να απειλεί, να χρησιμοποιεί στρατιωτική βία αλλά και τα εκατομμύρια των προσφύγων στην Τουρκία ως μοχλό πίεσης.

Μέχρι τώρα η πολιτική αυτή έχει αποδώσει. Αλλά για πόσο;

*αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου