ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Ν. Γεωργαράκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αυξανόμενη ένταση της καταστολής για την αντιμετώπιση των κοινωνικών αντιθέσεων αποδίδεται συχνά στη «φύση των καιρών». Το ευλογοφανές επιχείρημα αναφέρει ότι η Νέα Δημοκρατία χρησιμοποιεί το δόγμα «Νόμος και Τάξη» για να διαχειριστεί τις παλινωδίες της πολιτικής της στο προσφυγικό, την εξωτερική πολιτική, και τη μερική υπαναχώρηση από τις δεσμεύσεις της για την οικονομία.

Τέτοιου είδους εξηγήσεις, όμως, ερμηνεύουν μόνο μερικώς τη δυναμική από την οποία απορρέει και την οποία ανατροφοδοτεί ο κυβερνητικός αυταρχισμός. Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία δεν επενδύει σε εθνικισμό και συντηρητικές πολιτικές ταυτότητας ευκαιριακά, αλλά ως αποτέλεσμα των δομικών αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο κομματικός ανταγωνισμός στο ελληνικό πολιτικό σύστημα σήμερα.

Παραδοσιακά, στα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα οι πολιτικές δυνάμεις τοποθετούνται στο κατεξοχήν πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού που διαρθρώνεται γύρω από τη διαιρετική τομή Αριστεράς και Δεξιάς και απαντά στο ερώτημα «πόσο πρέπει να παρεμβαίνει το κράτος στην αγορά». Με την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος στην Ευρώπη, αυτός ο διαχωρισμός γίνεται ολοένα δυσδιάκριτος.

Στην Ελλάδα αυτή η διαδικασία έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά τη διάρκεια των μνημονίων, οπότε και έγινε αντιληπτό ότι τα αποτελέσματα των εκλογών δεν μπορούν να αλλάζουν το οικονομικό πρόγραμμα, για τη τήρηση του οποίου έχουν δεσμευτεί διαδοχικά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή ακριβώς η σύγκλιση στη διαχείριση της οικονομίας ανάγκασε τα κυρίαρχα κόμματα να ανταγωνιστούν σε μη οικονομικά ζητήματα, ώστε να διαφοροποιήσουν το πολιτικό προϊόν τους.

Η μετατόπιση στο πεδίο ανταγωνισμού οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ να επενδύσει πολιτικά και εκλογικά σε ζητήματα ταυτότητας που αποτέλεσαν τον ιδεολογικό πυρήνα των περίφημων «αντίμετρων». Η στρατηγική αυτή προσέβλεπε να διαφοροποιήσει το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που εφάρμοζε, δίνοντάς του μια γεύση φιλελεύθερου δικαιωματισμού, όπως φάνηκε, για παράδειγμα, στο σύμφωνο συμβίωσης, την ταυτότητα φύλου και το Μακεδονικό. Εν πολλοίς, η στρατηγική του πέτυχε βραχυπρόθεσμα και η κοινωνία κατάλαβε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» για την οικονομία.

Οσο όμως η διαθέσιμη προς αναδιανομή οικονομική πίτα συρρικνωνόταν ελέω κρίσης και επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τόσο η πίεση στα (μικρο)μεσαία στρώματα αυξανόταν. Αυτή η πίεση άρχισε να λαμβάνει τη μορφή αιτημάτων, ώστε να μειωθεί ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλαδή πόσοι και ποιοι πρέπει να έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν από την πίτα σε οικονομική μορφή, αλλά και σε συμβολική – θεσμική.

Η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας αντιλήφθηκε από νωρίς αυτή τη δυναμική και κατανοεί ότι η ελληνική κοινωνία θα λάβει ισοδύναμο μείγμα οικονομικής πολιτικής με αυτό που θα λάμβανε και με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αφού οι δημοσιονομικοί στόχοι ορίζονται από το μνημόνιο του 2015.

Επομένως, για να διαφοροποιηθεί η Νέα Δημοκρατία τώρα επενδύει στο παραδοσιακά ισχυρό χαρτί της Δεξιάς για τα κοινωνικά ζητήματα: πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Η εντεινόμενη καταστολή με όρους θεάματος, η ρητορική περί αλλοίωσης του ελληνικού έθνους από τις ροές προσφύγων και η προώθηση της κατήχησης στα σχολικά προγράμματα, είναι χαρακτηριστικά δείγματα αυτής ακριβώς της στρατηγικής.

Οι κρίσιμες διαφοροποιήσεις μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας διαφαίνεται μέχρι στιγμής να είναι δύο.

Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε να εφαρμόσει σημαντικές τομές (π.χ., στην αστυνομία, την Εκκλησία) με τον φόβο μην απολέσει την επιρροή του στη (μικρο)μεσαία τάξη. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές ομάδες που αποκόμισαν οφέλη από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αύξησαν την οικονομική τους δύναμη ώστε να πραγματώσουν και να υπερασπιστούν τα όποια δικαιώματα απέκτησαν.

Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, με τη σαρωτική νίκη της στις εθνικές εκλογές του 2019 και τη διεύρυνσή της στον ακροδεξιό χώρο, δεν έχει πια κανένα βαρίδι, εκλογικό ή ιδεολογικό, που να μετριάζει τον αυταρχικό χαρακτήρα των πολιτικών της.

Δεύτερον, η Νέα Δημοκρατία πλέον τοποθετείται στρατηγικά σε πλεονεκτικότερη θέση στον πολιτικό χάρτη: το μέρος του εκλογικού σώματος που επιθυμεί συντηρητικές οικονομικές πολιτικές, τείνει να επικροτεί ή έστω να ανέχεται και κοινωνικά συντηρητικές πολιτικές. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάζεται να τοποθετηθεί στον σχεδόν παραδοξολογικό πολιτικό χώρο, που ανέχεται μεν συντηρητικές δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά είναι φιλελεύθερος σε ζητήματα ταυτοτήτων.

Αν οι παραπάνω εκτιμήσεις ευσταθούν, όσο δεν διασφαλίζεται η πραγμάτωση και εμβάθυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων με τη δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, τόσο η προώθηση πολιτικών ταυτότητας θα συντηρεί την ανακύκλωση της φτώχειας. Συνεπώς, η κυβερνητική στρατηγική της εντεινόμενης αυταρχικότητας μπορεί να ανακοπεί από την ανάπτυξη κοινωνικών δυνάμεων που θα αναδείξουν πάλι την οικονομία ως το πρωταρχικό πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού.

*υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Columbia University & Sciences Po, Pariς