41 χρόνια πριν, το 1979, ο Μάνος Χατζιδάκις συγκεντρώνει στα Ανώγεια της Κρήτης τους επιφανέστερους εκπροσώπους της ελληνικής διανόησης για να συζητήσουν δυο πολύπαθες έννοιες: «Συνάντηση και διάλογος για τη σημασία μιας λαϊκής παράδοσης στον καιρό μας» είναι ο τίτλος αυτής της πρωτότυπους συνάντησης.
Το εντυπωσιακότερο όλων, ανάμεσα στο ακροατήριο, δίπλα σε καθηγητές Πανεπιστημίων, ποιητές, ζωγράφους, συνθέτες, σκηνοθέτες και άλλους επιστήμονες και καλλιτέχνες, παραβρίσκονται και ντόπιοι Ανωγειανοί, θα μπορούσαμε να πούμε «άνθρωποι του λαού», που ακούν και συμμετέχουν στη συζήτηση διατυπώνοντας μεγαλόφωνα τις απόψεις τους, οι οποίες ακούγονται με την ίδια προσοχή και σεβασμό, όπως και οι απόψεις των επώνυμων διανοουμένων.
Αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, για να δώσω ένα δεύτερο παράδειγμα, μία άλλη επιφανής προσωπικότητα, η πρώτη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, Ελληνίδα λαογράφος, η Αγγελική Χατζημιχάλη, φιλοξενούσε στο σαλόνι του μεγαλοαστικού σπιτιού της στην Πλάκα, την αφρόκρεμα της πνευματικής Αθήνας, από τον Άγγελο Σικελιανό και τον Αριστοτέλη Ζάχο έως τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι. Παράλληλα ωστόσο αφιέρωνε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της, – όπως μας λέει στην υπέροχη ξενάγησή της στο ίδιο αυτό σπίτι και σήμερα Μουσείο, η διευθύντριά του, διδάκτωρ λαογραφίας κ. Σταυρούλα Πισιμίση – στη μελέτη των Σαρακατσάνων, των νομάδων κτηνοτρόφων του βορειοελλαδικού χώρου, ζώντας μάλιστα για αρκετούς μήνες κάθε φορά κοντά τους, ώστε να μελετήσει τον πολιτισμό τους.
Στα παραδείγματά μας, οι άνθρωποι αυτοί των γραμμάτων και των τεχνών, ακολουθώντας ενδεχομένως μία παλαιότερη πνευματική παράδοση που είχε ξεκινήσει από τον νεοελληνικό διαφωτισμό και τον κύκλο του Κοραή – όχι μόνο αναγνωρίζουν και επιχειρούν να ορίσουν τον όρο «λαϊκός» αλλά επιπλέον αντιλαμβάνονται τον λόγιο και τον λαϊκό πολιτισμό, την ατομική και τη συλλογική πολιτισμική δημιουργία ως έννοιες διακριτές αλλά συμπληρωματικές, θεωρώντας ότι οι διαχωριστικές γραμμές είναι από ένα σημείο και μετά τεχνητές ή κατασκευασμένες, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε το ένα χωρίς το άλλο, στη μακρόχρονη, στην ελληνική παράδοση, αλληλεπίδραση και όσμωσή τους.
Φτάνοντας στο σήμερα, αυτές οι παραδοχές φαίνεται να αμφισβητούνται από κάποιους άλλους εκπροσώπους της ελληνικής διανόησης: μια χαρακτηριστική περίπτωση, η οποία θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η μετονομασία του για δεκαετίες ευρισκόμενου στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης που έκλεισε για αρκετά χρόνια για να ανακαινιστεί, να μεταστεγαστεί και να ξανανοίξει με νέο όνομα: Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού.
Όπως βλέπουμε, από την αρχική ονομασία μόνο ο όρος «ελληνικός» διατηρείται: κατά τα άλλα, το «λαϊκός» αντικαθίσταται από το «νεότερος» και η «τέχνη» από τον όρο «πολιτισμός».
Ωστόσο και οι δύο αυτές αντικαταστάσεις είναι για διαφορετικούς λόγους συζητήσιμες: ο όρος «νεότερος» δεν διαθέτει το χρονικό εύρος του όρου «λαϊκός», αφενός προς προγενέστερες των νεότερων μορφών εκδηλώσεις του πολιτισμού με τις οποίες ο νεώτερος λαϊκός βίος σχετίζεται, αφετέρου προς το σήμερα, τον εντελώς σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό, για παράδειγμα τη λαϊκή τέχνη που αναβιώνει γιατί υπάρχει ζήτηση στην αγορά (π.χ. την κεραμική ή την υφαντική) ή τη σύγχρονη λαϊκή τέχνη (π.χ. το γκράφιτι, την κωμωδία stand-up ή τα παιχνίδια των σημερινών σχολιαρόπαιδων).
Ο χρονικός αυτός περιορισμός του λαϊκού στο παρελθόν (νεώτερη εποχή) από τους εμπνευστές της μετονομασίας, βρίσκει αντίθετη τη λαογραφική επιστήμη για την οποία η παράδοση δεν είναι μια θνήσκουσα ή ανακατασκευασμένη ιδεατή κληρονομιά αλλά μια δημιουργία που παραλλάσσει σε ζωντανά κάθε φορά πολιτισμικά περιβάλλοντα.
Όπως γράφει ο Φινλανδός λαογράφος του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Φινλανδίας P. Anttonen, στο πρόσφατα μεταφρασμένο και στα ελληνικά βιβλίο του «Η Παράδοση μέσα από τη Νεοτερικότητα: Μοντερνισμός και Έθνος-Κράτος στην Επιστήμη της Λαογραφίας», “οι προφορικές παραδόσεις δεν αποκτούν μια εθνική σημασία και συμβολισμό απλά με το να υπάρχουν κάπου, αλλά μέσω της μετατροπής τους σε λογοτεχνία και φιλολογικές συλλογές, μέσω της προσαρμογής και εγγραφής τους σε υλικά αντικείμενα αρχειοθέτησης και έκθεσης που διατηρούνται σε μέρη εθνικά σημαντικά, όπως τα αρχεία, τα μουσεία και τα πανεπιστήμια».
Για την ίδια διαδικασία, με την παράθεση ωστόσο ορισμένων ελληνικών παραδειγμάτων, γράφει ο Αλέξης Πολίτης: «οι περίφημες ‘ρίζες’ ανακαλύπτονται πάντα αφού ξεραθούν. Έτσι δείγμα ή καθρέφτης του ‘γνήσιου’ δεν είναι ό,τι χρησιμοποιεί αυτή τη στιγμή ο λαός, αλλά ό,τι έπαψε πια να χρησιμοποιεί. Όταν έβλεπε καραγκιόζη, γνήσια λαϊκή διασκέδαση ήταν το πανηγύρι· τώρα που βλέπει τηλεόραση γνήσιο λαϊκό θέαμα είναι ο καραγκιόζης (…)».
Μια άλλη σύγχυση που προκαλεί η αντικατάσταση του «λαϊκός» από το «νεότερος» αφορά σε μια άλλη σημαντική παράμετρο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε: ότι δηλαδή ο πολιτισμός κοινωνικά διαμεσολαβείται από συγκεκριμένες κάθε φορά κοινωνικές ομάδες, που στην περίπτωση της λαϊκής κουλτούρας διαφοροποιούνται από τις ηγεμονικές, θα λέγαμε, ομάδες (όπως το κράτος ή οι σχολικοί μηχανισμοί), αντιπαραθέτοντας στα ηγεμονικά και ενοποιητικά κριτήριά τους τον δικό τους επικοινωνιακό και πολιτισμικό πλουραλισμό.
Αλλά και η αντικατάσταση του όρου «τέχνη» από τον όρο «πολιτισμός» είναι εξίσου προβληματική: εδώ έχουμε ένα περιληπτικό όρο στη θέση ενός άλλου (ο πολιτισμός περιλαμβάνει τη τέχνη, όπως και κάθε ανθρώπινη δημιουργία), με τρόπο όμως που συσκοτίζει την αισθητική διάσταση των λαϊκών πολιτισμικών φαινομένων, που ο όρος «τέχνη» αποδίδει: το να αφηγηθείς, για παράδειγμα, ένα παραμύθι δεν είναι το ίδιο με το να πεις τι έφαγες για πρωινό.
Ο λαϊκός άνθρωπος σε κάθε δημιουργική έκφανση της δύσκολης και επίπονης συχνά ζωής του, ακόμα και την πιο καθημερινή, επιδιώκει την ομορφιά: όπως γράφει ο Μ. Γ. Μερακλής, «συλλειτουργία» χρηστικότητας (κάλυψης πρακτικών αναγκών) και αισθητικής (ομορφιάς) υπάρχει στα προϊόντα της λαϊκής τέχνης, καθώς και άμεση σχέση της λαϊκής τέχνης με τη ζωή.
Για την αλλαγή της επωνυμίας του Μουσείου, μήπως μπορεί να μας διαφωτίσει η ιστοσελίδα του ΜΝΕΠ; Εκεί υπάρχει η εξής σύντομη αναφορά: «Τις τελευταίες δεκαετίες το Μουσείο κινείται σταδιακά προς μία κατεύθυνση τεκμηρίωσης του παραδοσιακού πολιτισμού που θα περιλαμβάνει και τις επιρροές που δέχτηκε, τις ασυνέχειές του, αλλά και την καταγραφή των στοιχείων του καθημερινού υλικού βίου.
Ο σημερινός προσανατολισμός της συλλεκτικής πολιτικής και της τεκμηριωτικής και ερμηνευτικής προσέγγισης του Μουσείου επέβαλε την αλλαγή της επωνυμίας του. Από το 2018 ονομάζεται πλέον Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού». Καμία αναφορά στον όρο «λαϊκός». Ωστόσο η απουσία του όρου «λαϊκός» δεν γίνεται συνήθως ευθέως αλλά μέσω της απουσίας αναφοράς, της άμεσης ή έμμεσης απαξίωσης της επιστήμης που ασχολείται με το λαϊκό, της Λαογραφίας: με ένα σμπάρο δηλαδή δυο τρυγόνια, όπως λέει και ο λαός μας.
Αλλά επειδή δεν είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν, ας δούμε πώς ασχολούνται σε άλλες χώρες με τα ζητήματα του λαϊκού πολιτισμού: ανεξάρτητα πανεπιστημιακά τμήματα Λαογραφίας υπάρχουν σε πολλές χώρες από τον Καναδά έως την Ινδία και την Κίνα. Επιστημονικές Εταιρείες, όπως η Λαογραφική Εταιρεία του Λονδίνου και η Αμερικανική Λαογραφική Εταιρεία παράγουν ένα τεράστιο επιστημονικό και εκδοτικό έργο, μεταξύ των οποίων τα διεθνή επιστημονικά περιοδικά Folklore και Journal of American Folklore (αντίστοιχα στην Ελλάδα υπάρχει η Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία με το επιστημονικό περιοδικό της, Λαογραφία και το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών).
Διεθνείς επιστημονικές οργανώσεις που σε τακτά χρονικά διαστήματα διοργανώνουν επιστημονικά συνέδρια με εκατοντάδες ομιλητές και χιλιάδες συμμετέχοντες σε διαφορετικά σημεία της υφηλίου επονομάζονται, μεταξύ άλλων, Διεθνής Εταιρεία για την Έρευνα των Λαϊκών Διηγήσεων (International Society for Folk Narrative Research) και Διεθνής Εταιρεία Εθνολογίας και Λαογραφίας (Societe International d’ Ethnologie et du Folklore).
Οι οργανισμοί αυτοί, ελληνικοί και διεθνείς, προωθούν τη σύγχρονη έρευνα των θεμάτων του λαϊκού πολιτισμού, εξετάζοντας ένα μεγάλο ζήτημα του καιρού μας: κατά πόσο οι απλοί άνθρωποι, αντίθετα από μουσειακές λογικές, δυναμικά ερμηνεύουν και αντιμετωπίζουν τις αλλαγές και τις προκλήσεις της σύγχρονης τεχνολογικής εποχής μας, παραλλάσσοντας ή καταργώντας τις παραδοσιακές μορφές ή δημιουργώντας, με τη φαντασία τους και την αισθητική τους, νέες.
Επιτρέψτε μου επιλογικά στο παρόν κείμενο να καταθέσω, ως πανεπιστημιακή δασκάλα, τον δικό μου καημό, όχι άσχετο με όσα γράφονται παραπάνω: στο δάσος της σύγχρονης ελληνικής εκπαίδευσης, ο λαϊκός πολιτισμός βρίσκεται σκορπισμένος σε ψίχουλα, μια παροιμία εδώ, ένα παραμύθι εκεί, ένα δημοτικό τραγούδι κι ένα έθιμο παραπέρα: παρά λοιπόν τις φιλότιμες προσπάθειες ορισμένων δασκάλων από τις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης (από την προσχολική έως τη δευτεροβάθμια με τη συνεπικουρία των πανεπιστημιακών τμημάτων, σε όποια από αυτά παρέχονται γνώσεις λαογραφικής θεωρίας, ύλης και μεθοδολογίας) ο μαθητής αδυνατεί να κατανοήσει την περιπλοκότητά του παλαιότερου αγροτικού αλλά και του σύγχρονου αστικού ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, το κοινωνικό του υπόβαθρο, το συμβολικό δυναμισμό του, τον πλούτου των παραλλαγών του.
Τα αγαθά της παράδοσης (θεωρούμενης ως μέρος του λαϊκού πολιτισμού), γράφει ο Γερμανός λαογράφος Hermann Bausinger στο βιβλίο του Ο λαϊκός πολιτισμός στον κόσμο της τεχνολογίας, σε μεγάλο βαθμό δεν ανήκουν πλέον στο δεδομένο περιβάλλον του παιδιού, αντίθετα το παιδί τώρα γνωρίζει τα λαϊκά αγαθά του παρελθόντος σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή εκπαιδευτικών αγαθών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της βιωματικής – επικοινωνιακής ανάπτυξη της διδασκαλίας (με τη χρήση της βιογραφικής προσέγγισης, της τοπικής ιστορίας, της μικροϊστορίας και βέβαια της λαογραφίας).
Ερωτήματα όπως πώς μιλάμε στα σημερινά παιδιά για τα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα, τους πολέμους, την κλιματική αλλαγή κ.ά. χωρίς να σκοτώσουμε την παιδικότητά τους, μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν σε αυτό το πλαίσιο. Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες μας, που όλοι αναγνωρίζουμε ότι υποφέρουμε από έλλειμμα δημοκρατίας, πώς καλλιεργούμε την πολιτιστική δημοκρατία μέσω της αξιοποίησης των λαϊκών πολιτισμικών αγαθών; Είναι όλα τα παραπάνω τόσο ασήμαντα ερωτήματα για να απασχολήσουν τη σύγχρονη πανεπιστημιακή και σχολική κοινότητα και κυρίως τους εκπροσώπους των ανθρωπιστικών σπουδών;
*Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λαογραφίας, ΕΚΠΑ
