Το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ εγκαταλείπει δύο σταθερές της διεθνούς διαμεσολάβησης στο Παλαιστινιακό: Την πρώτη ρητά, την επιστροφή στα σύνορα του 1967, και τη δεύτερη σιωπηρά, τη λύση δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός βιώσιμου παλαιστινιακού, στη Δυτική Οχθη και τη Γάζα.
Οι υπό παλαιστινιακό έλεγχο περιοχές της Δυτικής Οχθης που προβλέπει το σχέδιο Τραμπ, διασπασμένες και περίκλειστες από περιοχές που θα ανήκουν στο Ισραήλ, χωρίς ένοπλες δυνάμεις και εθνικό εναέριο χώρο δεν παραπέμπουν ούτε καν σε προτεκτοράτο της εποχής της αποικιοκρατίας αλλά στα Μπαντουστάν της εποχής του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.
Επί της ουσίας πρόκειται για επιλογή που υποθηκεύει την ίδια την επιβίωση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους, καθώς αθροιστικά η δημογραφική δυναμική των Παλαιστινίων εντός των συνόρων του Ισραήλ του 1967 συν στη Δυτική Οχθη θα τους καταστήσει σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον πλειοψηφία.
Τα παραπάνω είναι γνωστά και αποτελούν εδώ και δύο δεκαετίες το κυριότερο επιχείρημα για έναν πραγματικό συμβιβασμό που θα οδηγούσε στη λύση των δύο κρατών.
Δυστυχώς το σχέδιο Τραμπ υπηρετεί εσωτερικές πολιτικές και εκλογικές σκοπιμότητες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ.
Στις ΗΠΑ η δίκη του Τραμπ ενώπιον της Γερουσίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη λίγο πριν από την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας για τις εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου. Ετσι, το σχέδιο Τραμπ καταγράφεται και ως η δεύτερη, μετά τη δολοφονία Σουλεϊμανί, προσπάθεια επικοινωνιακού αντιπερισπασμού με στόχο την αλλαγή της ατζέντας.
Στο Ισραήλ παρόμοιο το σκηνικό για τον Νετανιάχου που είναι υπόδικος για διαφθορά και αντιμετωπίζει τον Μάρτιο την τρίτη κατά σειρά εκλογική αναμέτρηση.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Παλαιστινιακή Αρχή υπό τον Αμπάς θα μπορέσει να διαφυλάξει τη σταθερότητα στις περιοχές που ελέγχει, τώρα που δεν υπάρχουν ούτε τα προσχήματα ενός πραγματικού διαλόγου, ούτε καν η προσδοκία ενός ρεαλιστικού συμβιβασμού με διαχειρίσιμο κόστος.
