Χρησιμοποιήστε τη φαινομενολογία!
Κατεψυγμένος κυβερνήτης Πάουελ,
«Dark Star», 1974
Το «Σκοτεινό Αστέρι» (Dark Star) –θα θυμηθούν όσοι έχουν δει την ταινία– ήταν ένα διαστημόπλοιο που περιπλανιόταν στο Διάστημα. Η μακροχρόνια βαριεστημένη αποστολή του ήταν να προστατεύει τον κόσμο των ανθρώπων στη Γη: να εντοπίζει και να καταστρέφει εχθρικούς πλανήτες.
Για όσους δεν έχουν δει την ταινία, επρόκειτο για μια ανατρεπτική σάτιρα της ανερχόμενης τότε επιστημονικής φαντασίας, γυρισμένη από τον Τζον Κάρπεντερ το μακρινό 1974. Η πρόθεση των συντελεστών ήταν μια σαλταρισμένη απάντηση στη σοβαροφάνεια και τη «φιλοσοφική» βαρύτητα που έκρυβε μέσα της η εξίσου αριστουργηματική, μεταμοντέρνα για την εποχή της ταινία του είδους, το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Το «Σκοτεινό Αστέρι» έγινε κλασική ταινία λόγω του «φιλοσοφικού» διαλόγου που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον αναπληρωτή κυβερνήτη Ντούλιτλ (που ονειρευόταν να ξαναγίνει σέρφερ) και τη «Βόμβα Νο 20». Στο παρακμιακό, απρόβλεπτο και ακατάστατο βιομηχανικό διαστημόπλοιο, η «Βόμβα Νο 20» ήταν, τρόπον τινά, ο πραγματικός ρυθμιστής της όλης πορείας.
Ηταν μια θερμοπυρηνική βόμβα, υπεύθυνη για την καταστροφή των εχθρικών πλανητών σύμφωνα με το σχέδιο της αποστολής. Ομως, μεταξύ άλλων, ήταν μια «έξυπνη βόμβα»∙ διαπιστευμένη, θα λέγαμε σήμερα, για διαστάσεις που δεν είμαστε σε θέση να συλλάβουμε. Ως κινητήριος μοχλός της υπόθεσης, είχε ικανότητα λόγου, αυτονομία δράσης και επιλογών∙ είχε εμμονικό πείσμα, μπόλικο ιδεολογικό εξοπλισμό και ρύθμιση… Αλλά είχε και «φιλοσοφικές» ανησυχίες!
Κάποια στιγμή, η εν λόγω «Βόμβα Νο 20» –κατά λάθος– πήρε εντολή έκρηξης και άρχισε την αντίστροφη μέτρηση. Ως έξυπνη, επέμενε πως έπρεπε να κάνει το καθήκον της: να ανατιναχτεί. Υστερα από τις διαπραγματεύσεις με τους αστροναύτες της συμφοράς, η «Βόμβα» αποφάσισε πως εκείνη είχε δίκιο και έκρινε αβάσιμους τους φόβους του πληρώματος να αφοπλιστεί. Μάλιστα, κατέληξε στο συμπέρασμα πως είναι «ο Θεός» και, με τα λόγια αυτά, έκανε το καθήκον της. Εσκασε με μια θεαματική έκρηξη και ένα υπέροχο ροκ του 1960 – για το τέλος.
Και η φαινομενολογία της υπόθεσης; Πρόκειται για τον ανθρωποκεντρικό εξοπλισμό της κοινωνικής σκέψης –σχεδόν ξεχασμένο και αχρείαστο στις μέρες μας– που ασχολείται με τους τρόπους που βιώνεται η ζωή. Πρόκειται για αυτό που η «Βόμβα Νο 20» της ταινίας δεν μπορούσε να κατανοεί ή να αισθάνεται ή για αυτό που μπορεί μεν να εννοεί, αλλά με τον δικό της προγραμματισμό.
Στην κυριολεξία, η φαινομενολογία φωτίζει με πειθαρχημένο και λογικό τρόπο τα πράγματα, όπως αυτά εμφανίζονται στην εμπειρία μας∙ στην καθημερινότητά μας. Αλλά κάνει κάτι παραπάνω: αποκαλύπτει μοτίβα με τα οποία θεωρείται «δεδομένο» κάτι που το βιώνουμε ως «φυσικό». Ομως, πολλές φορές, αυτό που βιώνουμε ως «φυσικό» –ακόμα κι όταν δεν είναι– παράγει συνέπειες. Παράγει «παράπλευρες απώλειες» με τη γλώσσα των σύγχρονων πολέμων και βιωμένο πόνο. Οποιος κοιτάξει γύρω του, εύκολα το βλέπει. Στην Ιστορία, δυστυχώς, αυτή η σοφία εμφανίστηκε ως λύτρωση μετά την καταστροφή.
Τις λυτρωτικές καταστάσεις «μετά την καταστροφή» τις έζησε ο κόσμος μας, λόγου χάριν, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε τη λύτρωση από μια καθημερινότητα που τη θεωρούμε «κανονική» και «φυσική» επειδή εκείνοι που κάνουν το καθήκον τους, σπέρνουν μίσος, επινοούν εχθρούς και σκιάχτρα και –κατά τα λοιπά– αντί για ευημερία προκαλούν καταστροφές.
Για να το καταλάβουμε, αρκεί να σκεφτούμε ότι ο Τραμπ, η Μέρκελ, ο Μακρόν, ο Ερντογάν, ο Πούτιν ή ο δικός μας Μητσοτάκης και πολλοί άλλοι ορκίζονται ότι κάνουν το καθήκον τους. Και είναι πεπεισμένοι πως εάν δεν το κάνουν με τον δικό τους προγραμματισμό –όπως στην αλληγορία η «Βόμβα Νο 20»– θα κατηγορηθούν ως πολιτικές μετριότητες και ούφο.
Ωστόσο ξεχνούν το μείζον. Ξεχνούν ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς ιδιαίτερες «φιλοσοφίες» και προγραμματισμούς που δημιουργούν από τη μία τον πανίσχυρο κόσμο της μειοψηφίας και, από την άλλη, γονατισμένους, ξέπνοους κόσμους της πλειοψηφίας. Οι υπόλοιποι δεν πρέπει να το θεωρούμε «φυσικό». Οφείλουμε να το βλέπουμε.
Το 1% του πλανήτη που συναντιέται κάθε χρόνο στο Νταβός και το 99% που βολοδέρνει δίχως να ξέρει τι ακριβώς θέλει στο Σιάτλ και αλλού –εάν δεν το κατανοούμε– είναι μέρη του ίδιου κόσμου. Αλλά δεν είναι κάτοικοι κοινού σπιτιού. Γιατί η συγκατοίκηση θέλει λιγότερη ανισομέρεια, λιγότερη σοφιστεία και περισσότερη ανθρωπιά. Ούτε ταξιδεύουμε επιβάτες στο «Σκοτεινό Αστέρι» για να χαθούμε στους επόμενους χαρούμενους γαλαξίες. Εδώ ζούμε.
