ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πλατύ χαμόγελο στο κουρασμένο σώμα μιας σημαντικής ποιήτριας έσβησε. Ηταν το χαμόγελο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Αισθανόταν άραγε το τέλος να έρχεται όταν στις 15/10/2019 άφηνε το τελευταίο της χειρόγραφο, το τελευταίο της ποίημα, πάνω στο γραφειάκι της που ήταν πάντα ξέχειλο από βιβλία;

Είχε βάλει τον τίτλο «Αναποφάσιστο και το ένστικτο επιβίωσης» και έγραψε: Τα δέντρα κοιττάω· όσο μεγαλώνουν τόσο λιγότερο ουρανό βλέπω/ ώσπου να γίνω κι εγώ ουρανός/ και να κοιττάω από ψηλά./ Συναισθήματα σαν αέρισες/ μπαινοβγαίνουν μέσα μου/ φοβάμαι στη ζωή μη μείνω και πονέσω/ αλλά και μη από φόβο για τον πόνο φύγω/ και το πρωινό αεράκι χάσω.

Τι άλλο εκτός από παράδειγμα μπορεί να υπάρξει αυτή η σπουδαία γυναίκα που από μικρή ζούσε με τη μια πλευρά του κορμιού της κατεστραμμένη; Η στέρηση και η αναπηρία δεν την εμπόδισαν να ζήσει μια ζωή γεμάτη από έρωτα, από αγάπη, από δημιουργικότητα. Ούτε παράπονο ούτε θυμός. Μόνο για την Ποίηση πονούσε. Οταν δεν μπορούσε πια να είναι κοντά της:

Πονάν τα γόνατά μου

και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,

μόνο τις έμπειρες πληγές μου

μπορώ να τις χαρίσω.

Τα επίθετα μαράθηκαν·

μόνο με τις φαντασιώσεις μου

μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.

Ομως πάντα θα την υπηρετώ

όσο βέβαια εκείνη με θέλει

γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ

τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

Οταν πεθαίνουν οι ποιητές που αγαπάμε πεθαίνει μέσα μας και κάτι από την αθωότητα αυτού του κόσμου. Ισως γι’ αυτό να κόστισε τόσο πολύ ο θάνατος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Το βλέμμα της είχε κάτι από την αρχέγονη αθωότητα των πραγμάτων. Στη Λυπιού της, όπως ονόμασε τη χώρα της θλίψης, γιατρευτήκαμε πολλοί και επιστρέψαμε πίσω στη ζωή δυνατοί.

Αυτό ήταν το μαγικό χάρισμα της ποιήτριας που έφυγε. Το έργο της είναι εδώ ζωντανό και διαχρονικό για να το ανακαλύψουν και οι νεότεροι που ρώταγαν χθες απορημένοι: Μα ποια ήταν αυτή η κυρία που έφυγε; Η ποίηση, τους απάντησα. Η ποίηση έφυγε για μια μέρα στη χώρα που…

φτάνεις χωρίς αναστεναγμό

μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό

που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται

αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.

Εχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ

ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,

πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής

σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»

ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»

ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:

«Το καλό με τον πόθο

είναι πως όταν χάνεται

χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Θα επιστρέψει πάλι και θα έχει το χαμόγελό της.