ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά το τελευταίο διάστημα, οι αστυνομικές επιχειρήσεις με στόχο την επιβολή του πολιτικού δόγματος «νόμος και τάξη», όπως συνηθίζεται να ονομάζεται στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα, πολλαπλασιάζονται. Και το φαινόμενο αυτό θέτει επί τάπητος πολλά πολιτικά προβλήματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Μπορεί άραγε η πολιτική να μετατρέπεται σε αστυνομία, δηλαδή τελικά η ίδια η πολιτική να δομείται ως αστυνομία; Και ένα δεύτερο: Ποιος είναι ο ρόλος και η λειτουργία των περιθωριακών ομάδων στην επίτευξη της κοινωνικής συνοχής και ποια η συμβολή τους στη δημιουργία ενιαίου κοινωνικο-πολιτικού πνεύματος; Και τελικά στην προοπτική της κοινωνικής αλλαγής;

Στην παρέμβασή μου θα εξετάσουμε το δεύτερο πολιτικό ζήτημα. Κατ’ αρχάς ας διευκρινιστεί ότι με τον όρο «πνεύμα» στις σύγχρονες πολιτικές κοινωνίες εννοούμε το σύνολο των ιδεών, των αντιλήψεων, των απόψεων οι οποίες χαρακτηρίζονται ως κυρίαρχες. Το πνεύμα που επικρατεί σε μια κοινωνία περιλαμβάνει το σύνολο των αντιλήψεων που κυριαρχούν.

Και το επόμενο βήμα στον συλλογισμό μας αναφέρεται στις κοινωνικές ομάδες, οι οποίες ως πολιτικά υποκείμενα «κατασκευάζουν» τις κυρίαρχες ιδέες. Είναι σαφές ότι οι κυρίαρχες και ισχυρές κοινωνικές ομάδες (οι ελίτ) επιβάλλουν τις ιδέες τους και τις αξίες τους. Τι γίνεται όμως με τις άλλες κοινωνικές τάξεις, τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες και ειδικότερα με τις ομάδες του περιθωρίου; Αυτές όλες εξοβελίζονται από τα πράγματα και τίθενται εκτός του πολιτικού παιχνιδιού;

Φυσικά και δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δηλαδή η κοινωνική περιθωριακή θέση μιας ομάδας δεν σημαίνει και την πολιτική περιθωριοποίησή της. Εάν εξετάσουμε τα κοινωνικά κινήματα των καταλήψεων κατά τη μεταπολεμική περίοδο και κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, θα διαπιστώσουμε ότι αυτά τα κοινωνικά κινήματα έχουν συνεισφέρει πολλά στις ιδέες μας για την πόλη, την κατοικία, τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολιτισμική συναναστροφή μας.

Σ’ ένα κείμενό του ο συνάδελφος Γιάννης Ζαϊμάκης («Εφ.Συν.», 13 Φεβρουαρίου 2019) με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο τρόπο αναφέρεται σ’ αυτά τα κοινωνικά κινήματα των καταλήψεων και στις πειθαρχικές μεθόδους ελέγχου και καταστολής τους.

Επομένως δεν θα αναλύσω την πολιτικο-κοινωνική λειτουργία των καταλήψεων. Εκείνο που μας ενδιαφέρει όλους μας, ως πολίτες της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας, είναι: να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί οι αστυνομικές επιχειρήσεις επέλεξαν ως στόχο τους τα κινήματα των καταλήψεων σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία; Εάν απαντήσουμε, τότε θα έχουμε διαμορφώσει τις πραγματολογικές συνθήκες πολιτικού αυτοπροσδιορισμού μας.

Στην κατηγορία των περιθωριακών κοινωνικών ομάδων δεν εντάσσονται μόνον οι καταληψίες ακατοίκητων κτιρίων στις πόλεις. Μπορούμε να αναφέρουμε ακόμη τους άστεγους, τους ανασφάλιστους, τους πρόσφυγες, τα άτομα με προσωπικό και ιδιαίτερο σεξουαλικό προσανατολισμό, τις μειονοτικές ομάδες εν γένει και πολλούς άλλους.

Ολες, λοιπόν, οι περιθωριακές ομάδες χαρακτηρίζονται «επικίνδυνες» για τη δημόσια τάξη και εναντίον τους ασκούνται κρατικές πολιτικές όχι μόνον κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και φυσικής εξόντωσης. Τίθενται σε εφαρμογή πειθαρχικοί μηχανισμοί για να «κατασκευαστεί» η μονοδιάστατη κοινωνία και ο μονοδιάστατος άνθρωπος, όπως έχει τονίσει ο Mαρκούζε, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Η σύγχρονη κοινωνία φαίνεται ικανή να εμποδίσει κάθε κοινωνική αλλαγή – κάθε ποιοτικό μετασχηματισμό που θα εγκαθίδρυε θεμελιωδώς διαφορετικούς θεσμούς, καινούργιο προσανατολισμό στην παραγωγική διαδικασία και καινούργιους τρόπους ζωής».

Εάν λοιπόν αυτά τα έγραφε ο Mαρκούζε ήδη κατά τη δεκαετία του ’60, εμείς σήμερα (το έτος 2020) ως πολιτική κοινωνία γιατί ενεργοποιούμε πειθαρχικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς εναντίον του κοινωνικού περιθωρίου, το οποίο από το σύνολο σχεδόν των φιλοσόφων και των στοχαστών της εποχής μας έχει χαρακτηριστεί ως δυναμικό στοιχείο κοινωνικής αλλαγής; Φαίνεται, τελικά, ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη με την εφαρμογή του δόγματος «νόμος και τάξη» επιχειρεί να εμποδίσει «την κοινωνική αλλαγή». Φτιάχνει μια μονοδιάστατη κοινωνία, όταν η σύγχρονη κοινωνία και ο κόσμος της διαθέτουν απεριόριστες κοινωνικές δυνάμεις, όχι μόνον για πολιτικές εξελίξεις αλλά και για ριζικές ανατροπές του ίδιου του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Από την άλλη διαπιστώνουμε ότι οι πολιτικές πρωτοβουλίες των αρμόδιων κρατικών οργάνων για την προώθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης έχουν υποβαθμιστεί. Τι σημαίνει άραγε κάτι τέτοιο σε σύγκριση με τις αστυνομικές επιχειρήσεις καταστολής των φρονηματικών στάσεων και των ιδεολογικών αποφάσεων;

Δύο τελικά είναι τα συμπεράσματά μας από τη σχετική ανάλυση: πρώτον, ότι η πολιτικο-αστυνομική διακήρυξη σύμφωνα με την οποία οι καταληψίες είναι «επικίνδυνη κοινωνική ομάδα» διευκολύνει τα σχέδια του δόγματος της μηδενικής ανοχής, αλλά προ πάντων λειτουργεί ως πραγματολογικό εμπόδιο για κάθε διαφορετικό πολιτικο-θεωρητικό σχεδιασμό σχετικά με το πρόβλημα σε ποια κοινωνία θέλουμε να ζούμε. Και το δεύτερο σημείο συγκεφαλαιώνεται στην εξής πρόταση: οι πειθαρχικοί και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί ως όπλο στα χέρια του εκάστοτε «ηγεμόνα» είναι, όπως διδάσκει η ιστορία, αναποτελεσματικοί και στρέφονται εναντίον του σχεδιαστή τους. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως πολιτική εξουσία γιατί τελικά έγινε αστυνομία;

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης