Την ώρα που άρχισα να γράφω, είδα στον τηλεοπτικό δέκτη δύο γυναίκες, που έχουν γίνει σύμβολα ως θύματα της φασιστικής και αρσενικής βίας. Τη μάνα του Παύλου Φύσσα, που μια άλλη γυναίκα έστριψε το μαχαίρι, στη δική της καρδιά αυτή τη φορά, κλείνοντας τα μάτια στον αυτοκινούμενο θάνατο της φασιστικής λαίλαπας που σάρωσε την ελληνική κοινωνία. Και τη μάνα της Ελένης Τοπαλούδη, θύματος νέων παιδιών, που γεννήθηκαν ν’ αρμέξουν τη ζούρα του θανάτου. Ζωές ζυμωμένες από θάνατο. Από τον φασισμό και την υπερχειλίζουσα αρσενικότητα. Ανθρωποι που γαλουχήθηκαν με το μαύρο να συντροφεύει τις ζωές τους.
Ζωές από θάνατο ξερνάει ο χειμώνας. Θάνατος ζυμωμένος από κάρβουνο κι από κρυοπληξία. Θάνατος που έχει κοινωνικές επιλογές. Προτιμάει τους φτωχούς. Τους ανέργους, τους μοναχικούς, εκείνους που έχουν μια γλίσχρα σύνταξη. Αυτούς που μετράνε και ξαναμετράνε τα σεντς της ελεημοσύνης. Οσους μαζεύουν κόμπο την αξιοπρέπεια της ανέχειάς τους, όσους πίστεψαν πως η ανάπτυξη θα κάνει παρέλαση στις γιορτές.
Κάθε θάνατος και ένα καρφί στο φέρετρο της κοινωνικής αναλγησίας. Οι Αηγιάννηδες επιστρέφουν στην Ελλάδα, την ώρα που όλοι πανηγυρίζουμε για την επιτυχή έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Δυστυχώς, έχουν εξαφανιστεί και οι Ιαβέρηδες, που έδιναν ενδιαφέρον στην ιστορία. Την ώρα που η τιμή του πετρελαίου κινδυνεύει να γίνει κάδρο στα ελληνικά σπίτια. Την ώρα που άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από το γκάζι, η φτώχεια και ο θάνατος ξεγυμνώνουν τα σιδερωμένα χαμόγελα των γιορτών και των εορταστικών μηνυμάτων.
Ζωές από θάνατο παντού. Οπου κατοικούν οι φτωχοδιάβολοι, ο θάνατος κάνει σλάλομ τις νύχτες στα φτωχικά δωμάτια και τις παράγκες. Κι επειδή ο θάνατος έχει ανεξάντλητες εκδοχές, φρόντισε να μας ξαφνιάσει με το ναυάγιο στο Ιόνιο. Ανθρωποι που τους κατάπιαν τα αγριεμένα κύματα. Θάνατοι που ξεγυμνώνουν τον καθωσπρεπισμό μας. Κι έτσι βγαίνει στο ξεροβόρι το τηλεοπτικό η σκληρότητα της υπουργικής αυθεντίας. Ισως να επενέβη ο θεός της Ελλάδας, ο Ποσειδώνας, ενδεχομένως να βγήκε σεργιάνι ο Οδυσσέας από τη διπλανή Ιθάκη. Και τότε άνοιξε το ρήγμα του Ιονίου και τους κατάπιε. Για να σώσει την τιμή και την καθαρότητα της χώρας. Τα νερά του Ιονίου ως Ποσειδώνες ξέπλυναν τον κίνδυνο της πολιτισμικής αλλοίωσης της χώρας.
Κι όμως. Σ’ αυτό το μουντόχρωμα του θανάτου, πετάρισε η ευθύνη μιας άλλης κοινωνίας. Που δεν βολεύεται με τους υπουργικούς φετφάδες. Είναι οι απλοί άνθρωποι και οι αρχές της τοπικής κοινωνίας που άνοιξαν την αγκαλιά τους υψώνοντας τείχος προστασίας στον θάνατο που κάλπαζε. Η πόλη της Πρέβεζας, πιστή στις δημοκρατικές παραδόσεις της, έστρεψε την πλάτη της στον κρωγμό του μίσους. Προέταξε τον ανθρωπισμό της. Κι έτσι χάθηκαν οι κάργιες από τον ουρανό της χώρας. Εστω προσωρινά.
