Οσο πλησιάζουν οι εκλογές στη Βρετανία τόσο είναι χρήσιμο να ανακαλέσουμε τα πραγματικά δεδομένα που συνθέτουν την ταυτότητα μιας συνολικής κρίσης που ξεπερνά την πρόκληση της διαχείρισης και υλοποίησης της ετυμηγορίας των ψηφοφόρων υπέρ του Brexit στο δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016.
Η κρίση ξεκίνησε στις ευρωεκλογές του 2014, όταν το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) του Φάρατζ ήρθε πρώτο σε μια στιγμή που τίποτε δεν απειλούσε το στάτους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ειδικότερα την κατοχυρωμένη από τις Συνθήκες θέση της Βρετανίας. Το 2014 έκλειναν 35 χρόνια από την εκλογική νίκη της Θάτσερ και των Συντηρητικών, την άνοιξη του 1979, και σχεδόν 25 χρόνια μεταθατσερικής διαχείρισης διαδοχικά από τους Μέιτζορ, Μπλερ, Γκόρντον Μπράουν και Κάμερον. Το σαφές μήνυμα, ότι πίσω από την εντυπωσιακή επανεμφάνιση του ευρωσκεπτικισμού υπήρχε η κόπωση της κοινωνίας του Ηνωμένου Βασιλείου από το μεταθατσερικό μοντέλο διαχείρισης, το υποτίμησαν τότε και οι Συντηρητικοί του Κάμερον και οι Εργατικοί του Μίλιμπαντ. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς (2014) στο δημοψήφισμα της Σκοτίας το στρατόπεδο που είχε ταχθεί υπέρ της ανεξαρτησίας έλαβε ποσοστό 45%. Σύμφωνα με την πλειονότητα των αναλύσεων, η επικράτηση της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο οφείλεται κυρίως στον φόβο των ψηφοφόρων ότι η ανεξαρτησία θα οδηγούσε τη Σκοτία εκτός Ευρώπης.
Το μήνυμα των ευρωεκλογών και του δημοψηφίσματος του 2014 ήταν μία σαφής αποδοκιμασία του μεταθατσερικού μοντέλου με την απειλή απόσχισης της Βρετανίας από την Ε.Ε. και της Σκοτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Κάμερον έμεινε προφανώς συνειδητά στο πρώτο επίπεδο ανάλυσης των εκλογικών αποτελεσμάτων και δεσμεύτηκε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την παραμονή ή όχι της χώρας στην Ε.Ε. Στις εκλογές της άνοιξης του 2015 οι Συντηρητικοί κέρδισαν κοινοβουλευτική αυτοδυναμία και έναν χρόνο αργότερα, στο δημοψήφισμα του 2016, επικράτησε το Brexit με ποσοστό 52%.
Ετσι η κρίση του Brexit δεν πυροδοτήθηκε την επαύριον του δημοψηφίσματος, αλλά κατεγράφη για πρώτη φορά στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2014, χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο να αντιμετωπίζει κάποιο μείζον ευρωπαϊκό διακύβευμα, αλλά με τον ορίζοντα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην ηπειρωτική Ευρώπη να είναι σκοτεινός ή, στην καλύτερη περίπτωση, θολός μετά την κρίση στην ευρωζώνη. Η επανεμφάνιση του ευρωσκεπτικισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο την άνοιξη του 2014 τερμάτισε απότομα τη σχετική ευρωπαϊκή κανονικότητα της χώρας, όπως την είχαν διαμορφώσει οι κυβερνήσεις Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν.
Ποιος θυμάται σήμερα ότι ο Μπλερ στην αρχή της θητείας του μιλούσε για δημοψήφισμα για την προσχώρηση ή όχι της Βρετανίας στην ευρωζώνη;
Ποιος θυμάται τη γαλλογερμανική συμφωνία στο Σεν Μαλό στα τέλη του 1998, όταν οι Σιράκ – Ζοσπέν και ο Μπλερ θεμελίωναν τη δυναμική μιας ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας;
Και βέβαια ελάχιστοι θα θυμούνται την παρουσία του Γκόρντον Μπράουν στην πρώτη σύνοδο κορυφής της ευρωζώνης τον Νοέμβριο του 2008, την οποία συγκάλεσαν ο Σαρκοζί με τη Μέρκελ, να απειλεί μέχρι το παρά πέντε ότι δεν θα συμμετάσχει. Ο ευρωσκεπτικισμος στη Βρετανία είναι από την άνοιξη του 2014 μέχρι σήμερα η σημαία ευκαιρίας ενός ετερόκλητου πολιτικά και κοινωνικά μετώπου δυσαρεστημένων με το μοντέλο διακυβέρνησης της Σιδηράς Κυρίας και των διαδόχων της στην Ντάουνινγκ Στριτ. Το όποιο αποτέλεσμα των εκλογών του Δεκεμβρίου και η όποια στη συνέχεια πορεία προς το Brexit δεν θα σημάνουν και τερματισμό της κρίσης.
