ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική στιγμή η οποία της παρέχει την πραγματολογική δυνατότητα να ενταχθεί στο καθεστώς του «μεταεθνικού αστερισμού» και να επεξεργαστεί το πρόγραμμά του. Με τον όρο «μεταεθνικός αστερισμός» (εισήχθη στη θεωρητικο-πολιτική προβληματική από τον Γιούργκεν Χάμπερμας και έκτοτε χρησιμοποιείται ευρύτατα στις φιλοσοφικές έρευνες) νοείται μια πραγματολογική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας επίδικες διαφορές μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών δεν επιλύονται με βάση τις αρχές του νεωτερικού εθνικού κράτους, αλλά ακολουθούνται κανόνες και διεξάγονται διαβουλεύσεις με άξονα τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται από τα ίδια τα υπό συζήτηση προβλήματα.

Δύο πράγματα θα πρέπει να προσέξουμε στο θέμα του «μεταεθνικού αστερισμού»: πρώτον, ότι η ιστορική διαδικασία της εθνογένεσης κατά τη νεωτερική εποχή δεν είναι κάτι που δεν έχει τέλος. Αντιθέτως, επαναπροσδιορίζεται στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία και κάποια στιγμή μπορεί και να φτάσει στο τέλος της.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με τη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στο καθεστώς του εθνικού κράτους και τη μεταεθνική συνθήκη. Διευκρινίζω λοιπόν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια σχέση ιστορικής ακολουθίας, πράγμα που θα σήμαινε ότι τα συγκροτημένα εθνικά κράτη ρευστοποιούνται και εντάσσονται στην πραγματολογική συνθήκη του «μεταεθνικού αστερισμού». Πρόκειται για μια επάλληλη σχέση συνύπαρξης και του εθνικού και του μεταεθνικού στοιχείου. Το νεωτερικό εθνικό κράτος και η σύγχρονη μεταεθνική συνθήκη είναι δύο πράγματα που αλληλοσυμπληρώνονται και συνυπάρχουν στο πλαίσιο ενός καταμερισμού πολιτικής εργασίας.

Σκοπός αυτής της παρέμβασής μου δεν είναι να εκθέσω, έστω σε γενικές γραμμές, την πολιτική θεωρία του «μεταεθνικού αστερισμού», αλλά να θέσω προς προβληματισμό όλων μας κάποια ζητήματα που αναφέρονται στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Υποστηρίζω λοιπόν ότι τα δύο αυτά κράτη συγκροτούνται ως εθνικά κράτη και αναπτύσσουν τις σχέσεις μεταξύ τους, στο πλαίσιο των κανόνων οι οποίοι διεθνώς ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα.

Ωστόσο, στις μέρες μας (αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα), όλοι, διά γυμνού οφθαλμού, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τρεις θεματικές ενότητες, τρία πολιτικά κεφάλαια, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως εθνικά ζητήματα και από τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη.

Ποια είναι αυτά τα τρία μείζονα προβλήματα, τα οποία εκ των πραγμάτων καθιστούν τη μεταεθνική συνθήκη αναγκαία και απαραίτητη για να αποτραπεί η κλιμάκωση των εθνικών συγκρούσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία; Τα τρία αυτά ζητήματα που δεν μπορούν να καταστούν «εθνικά προβλήματα» είναι: πρώτον, η προστασία της φύσης (βλ. κλιματική αλλαγή κ.λπ.) και οι φυσικές καταστροφές (βλ. προπάντων σεισμοί). Δεύτερον, η διαχείριση των ενεργειακών κοιτασμάτων στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου και τρίτον, το προσφυγικό ζήτημα.

Εννοείται πως ο κατάλογος με τα ζητήματα που στις μέρες μας έχουν ανακύψει στην ευρύτερη περιοχή μας και τα οποία δεν μπορούν (επαναλαμβάνω) να ενταχθούν στον διαχειριστικό κώδικα του «εθνικού προβλήματος» είναι ενδεικτικός. Πολίτες, πολιτικοί, αναγνώστες αυτών των γραμμών μπορούν να αναφέρουν και άλλα ζητήματα. Το ερώτημα τώρα που μας ενδιαφέρει όλους είναι το εξής: εάν τελικά συμφωνήσουμε ότι μπροστά στις φυσικές καταστροφές, μπροστά στην ανακάλυψη υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου και μπροστά στο πανανθρώπινο φαινόμενο της μετακίνησης πληθυσμών, εάν εμείς οι ίδιοι, ως πολίτες (μέσω της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας), ορίσουμε ως συνομιλητές στις σχετικές διαβουλεύσεις τα εθνικά κράτη, τι θα έχουμε επιτύχει;

Ως συγγραφέας αυτού του κειμένου δεν θα δώσω καμία απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Επισημαίνω μόνον το εξής: Εάν το προσφυγικό ζήτημα καθίσταται και αυτό αντικείμενο μικροκομματικής αντιπαράθεσης, προφανώς η πολιτική κοινωνία μας δεν βλέπει «πέρα από τη μύτη της». Η πρότασή μου είναι σαφής: Το προσφυγικό ζήτημα δεν είναι αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης εντός της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας.

Επιπλέον, δεν μπορεί να επιλυθεί με την πολιτική λογική του εθνικού κράτους ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Επιβάλλεται από την ίδια τη «λογική του πράγματος» να αντιμετωπιστεί ως ζήτημα εντός του πραγματολογικού πλαισίου του «μεταεθνικού αστερισμού». Με άλλα λόγια, το ίδιο το πρόβλημα εξαναγκάζει τις δύο χώρες να εγκαταλείψουν την πολιτική πρακτική και την αντίστοιχη ρητορική που τις ωθεί σε διοικητικές-διαχειριστικές ενέργειες. Χρειάζονται και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη να ανασυγκροτηθούν ως μεταεθνικές οντότητες μπροστά στο πρόβλημα της μετακίνησης των πληθυσμών.

Ως σύνοψη των θέσεών μου και της επιχειρηματολογίας μου, γράφω το εξής: Κάθε εθνικό κράτος σε κάποια στιγμή της ιστορικής του εξέλιξης χρειάζεται να «ανασυγκροτήσει» τον εαυτό του με εντελώς ριζικό τρόπο απ’ αυτόν που έχει αποδεχθεί ως «υπαρξιακό κανόνα». Η Ελλάδα ως εθνική οντότητα μπροστά στο προσφυγικό ζήτημα μπορεί να σκεφθεί και την πραγματολογική δυνατότητα να «συνομιλεί» με την Τουρκία ως πολιτικό υποκείμενο του «μεταεθνικού αστερισμού». Αυτό τελικά συνιστά και τη συνθήκη της ύπαρξής της ως σύγχρονου εθνικού κράτους.

*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης