Ακριβώς μισό αιώνα μετά το «Ζ» (1969) και κατόπιν μιας κινηματογραφικής θεματολογίας που μας ταξίδεψε σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, ο Κώστας Γαβράς καταπιάνεται πάλι με μια ελληνική υπόθεση. Υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ του «Ζ» και του «Ενήλικοι στην αίθουσα». Υπάρχουν, όμως, και σημαντικές διαφορές.
Εξι χρόνια μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ο Γαβράς σκηνοθέτησε μια ταινία που αφηγούνταν πρόσφατα πραγματικά γεγονότα με υπαρκτά πρόσωπα (θυμηθείτε το προκλητικό: «κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα ΔΕΝ είναι τυχαία!»). Σήμερα, 4 χρόνια μετά τον απροσδόκητο θάνατο του «Η Ελπίδα έρχεται», σκηνοθετεί την υπονόμευση της Δημοκρατίας που συνθλίβεται στη μέγκενη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το «Ζ» βέβαια δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα, αλλά χειροκροτήθηκε από όλους τους ανθρώπους με στοιχειώδεις δημοκρατικές αντιλήψεις, δηλαδή τη μεγάλη πλειονότητα. Θυμάμαι την προβολή της ταινίας στο Παρίσι, σε μια μικροσκοπική αίθουσα, σε ένα δρομάκι του Quartier Latin (ήμουν 16 χρόνων και η οικογένειά μου είχε καταδιωχτεί από τη χούντα). Το συγκλονιστικό συναίσθημα που νιώθαμε όλοι στο τέλος της προβολής ήταν αντιστρόφως ανάλογο με το μέγεθος της αίθουσας! Τόσο για την πρωτότυπη κινηματογραφική γραφή του Γαβρά όσο και για τα γεγονότα που εξιστορούσε η ταινία.
Το «Ενήλικες στην αίθουσα» προβλήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, τον πιο λαμπερό τόπο εκδηλώσεων στην Αθήνα. Προσωπικά, ένιωσα κάποια αναντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου της ταινίας κι αυτού του χώρου. Ομως λίγη σημασία έχει, διότι τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η ταινία ήταν επίσης συγκλονιστικά. Η σύνοψη της αρχικής σκηνής (η νίκη του «Η Ελπίδα έρχεται») και της τελευταίας (Η Βουλή ανέτρεψε τον λαό), έφερνε στον νου μου την τελευταία σκηνή του «Ζ» (η μοίρα των πρωταγωνιστών και όσα απαγόρευσε η χούντα). Οχι, βέβαια, ότι τα πράγματα είναι συγκρίσιμα. Αλλά ο νους κάνει τους δικούς του συνειρμούς…
Ισως η πιο σημαδιακή διαφορά μεταξύ των δύο ταινιών έγκειται τελικά στις αντιδράσεις του πολιτικού γίγνεσθαι. Αν το «Ζ» έτυχε ενός ευρέος μετώπου αποδοχής αυτού του γίγνεσθαι, διαισθάνομαι πως το «Ενήλικοι» θα προκαλέσει ένα εξίσου ευρύ μέτωπο… δυσφορίας. Η εξήγηση βέβαια είναι απλή. Η ελληνική Δεξιά, υπέρμαχη της Ε.Ε. και του ευρώ, θα ενοχληθεί από την κριτική της νομενκλατούρας που κυβερνά τους θεσμούς αυτούς, και θα χαρακτηρίσει την ταινία «αντιευρωπαϊκή».
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα δεχτεί την εικόνα ενός κόμματος ανίκανου να τηρήσει την πολιτική που χάραξε και για την οποία εκλέχθηκε, ενώ θα ισχυριστεί πως κατέφυγε σε εκλογές για να επικυρώσει τη στροφή του. Η υπόλοιπη Αριστερά, αντίθετη στον ΣΥΡΙΖΑ, θα καυτηριάσει την απουσία ρητής αναφοράς σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως υστερόβουλη και οικειοθελή συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ και του αρχηγού του, ήδη πολύ πριν το δημοψήφισμα.
Πιθανολογώ, λοιπόν, ότι αυτή η πραγματικότητα ήταν που προέτρεψε τον Γαβρά να κάνει μια εισαγωγική διευθέτηση, αναφέροντας πόσο ιδιαίτερη είναι η παρουσίαση μιας ταινίας που αφηγείται γεγονότα τα οποία το κοινό μόλις έζησε και για τα οποία προφανώς έχει ο καθένας την άποψή του. Ζήτησε η ταινία του να κριθεί χωριστά, αυτοτελώς, ως μια ιδιαίτερη ματιά, η δική του. Το «Ενήλικοι στην αίθουσα» δεν μπορεί να κριθεί σαν ντοκιμαντέρ ή σαν πολιτικό μανιφέστο. Είναι μια ταινία υπογεγραμμένη με την καλλιτεχνική ευαισθησία και την κινηματογραφική δεινότητα του Γαβρά, βασισμένη στα δραματικά γεγονότα που ζούμε και από τα οποία ο σκηνοθέτης αναδεικνύει συγκεκριμένες πτυχές, επιλογής του, χωρίς να επικεντρωθεί στις άλλες. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι πτυχές;
Ο Κώστας Γαβράς είναι Ελληνας που ζει στη Γαλλία πάνω από 60 χρόνια και ταξιδεύει ανά τον κόσμο. Είναι λογικό να εστιάσει καταρχάς στη σχέση της Ελλάδας με αυτόν τον κόσμο, και όχι στην εσωτερική διάταξη και αντιπαράθεση των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων. Το ποιος εκπρόσωπος της Ελλάδας συγκρούεται με τη νομενκλατούρα, που επικαλείται την ευρωπαϊκή ιδέα για να ακυρώσει την ελεύθερη βούληση ενός λαού, δεν είναι το κύριο θέμα της ταινίας.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης της ταινίας θα μπορούσε να είναι εκπρόσωπος όχι υποχρεωτικά μιας αριστερής κυβέρνησης, αλλά και μιας κεντρώας, η ακόμα και μιας δεξιάς, αν αρχηγός της ήταν π.χ. ένας εθνικός ηγέτης, όπως υπήρξε ο Ντε Γκολ για τη Γαλλία. Εξάλλου, όπως αφηγείται και η ταινία, ούτε ο Σόιμπλε δεν θα είχε υποκύψει στον εκβιασμό των δανειστών αν ήταν Ελληνας! Υπό αυτή την έννοια, ο Αλέξης Τσίπρας της ταινίας δεν εκπροσωπεί αποκλειστικά το υπαρκτό πρόσωπο, αλλά μια ολόκληρη πολιτική τάξη, η οποία για διάφορους λόγους υποχωρεί όταν έρχεται η ώρα μιας αναπόφευκτης αντιπαράθεσης.
Πίσω από μια λεπτομερή εξιστόρηση γεγονότων της πρόσφατης επικαιρότητας, η ταινία του Γαβρά έχει τη διάσταση μιας αρχαίας τραγωδίας. Η τελική σκηνή (ο χορός του πρωθυπουργού με τους υπόλοιπους ηγέτες), που την αποδοκίμασαν πολλοί φίλοι μου αμέσως μετά το τέλος της προβολής, δίνει κατά την άποψή μου αυτήν τη διάσταση. Αυτή η σκηνή δεν είναι ένα «τελευταίο επεισόδιο» της ιστορίας, αλλά θα μπορούσε να είναι η σύνοψη όλης της ταινίας.
Το παράδοξο που τελικά μπορεί να συμβεί με τη νέα ταινία του Γαβρά, αφιερωμένη στο έλλειμμα δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης με αφορμή την Ελλάδα, είναι πως πιθανώς θα υποβαθμιστεί από την πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων, ενώ είναι μια ταινία που βασικά δεν αποσκοπεί να πάρει θέση στις ενδοχώριες αντιπαραθέσεις, αλλά να υποστηρίξει την Ελλάδα στη διεθνή αρένα. Αυτό το παράδοξο μόνο το κοινό μπορεί να το ανατρέψει. Και αυτό θα συμβεί αν κατανοήσουν οι πολίτες, είτε είναι αριστεροί είτε δεξιοί είτε οτιδήποτε άλλο, πως αυτή η ταινία σε αυτούς, χωρίς διακρίσεις, συμπαραστέκεται.
Αν όμως το παράδοξο συμβεί, ο Κώστας Γαβράς δικαιολογημένα θα μπορεί να σκεφτεί: ουδείς προφήτης στον τόπο του!
