ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξημερώματα περπατάω στο λιμάνι. Ο Θερμαϊκος σκοτεινός, αμίλητος. Οι προβολείς του παλιού σταθμού τον ανακρίνουν μα εκείνος δεν σκάει ούτε ένα τόσο δα κυματάκι. Κρύβει τα μυστικά της πόλης, την υπερασπίζεται ακόμα κι όταν εκείνη ξερνάει μέσα του τα απόβλητά της. Ενας παχύς γέρικος σκύλος με ακολουθεί. Στην αρχή τον φοβήθηκα. Μετά κατάλαβα πως ήθελε μόνο παρέα. Τον αγνόησα, με αγνόησε και περπατούσαμε δίπλα δίπλα. Από τα στενά της αγοράς έβγαινε μια αποφορά ψαρίλας και λιμναζόντων υδάτων. Αλλά δεν δίνεις σημασία. Ετσι είναι τα μεγάλα λιμάνια. Εχουν από όλα. Την ομορφιά δίπλα σε πράγματα δύσοσμα και φτηνά.

Τα μαγαζιά όλα έχουν στις τζαμαρίες τους κάτι τεράστια 50% και με έντονα γράμματα παντού ένα τεράστιο «Τέλος Εποχής» που επαναλαμβάνεται απειλητικό μέσα στη νύχτα. Αναρωτιέμαι πόσες φορές είδε το πανάρχαιο λιμάνι να τελειώνουν εποχές και να αρχίζουν καινούργιες. Να φεύγουν οι γενιές και να έρχονται οι επόμενες. Πριν από λίγες ώρες μού έδειξαν το σπίτι του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Την πόρτα του. Το αναμμένο χαμηλό φως στο παράθυρο. Μέσα ο ποιητής. Δεν κινείται, μου είπαν. Εγκλωβισμένος στα ανθρώπινα δεσμά του. Είναι εδώ και δεν είναι. Κοιτώ τον Θερμαϊκό που τόσο αγαπάει. Εκείνος δραπετεύει από το κρεβάτι του αναγκαστικού εγκλεισμού. Περπατάμε τη λεωφόρο Νίκης τρεις ανάσες τώρα. Εγώ, αυτός κι ο παχύς αδέσποτος.

«Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ,

όμως η δική σου τρυφερότητα πόσο καιρό ακόμα θα βαστάξει;

Ο,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,

εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια

και μείναν μόνο κείνοι που μας πλήγωσαν,

εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…», λέει.

Οι ποιητές μιλάνε ακόμα κι όταν μένουν σιωπηλοί. Σκέφτομαι αυτή την πόλη. Και την αρχαία συναλλαγή της με τη θάλασσα. Τη συναλλαγή της με την καθημερινότητα και τους ανθρώπους. «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…». Πολιορκίες, στρατοί, κατακτητές, παντός είδους συναλλαγές. Ο σκύλος κουράστηκε, μ’ αφήνει στα Λαδάδικα. Λουφάρει σε μια γωνιά και κλείνει τα μάτια. Ο ποιητής μού λέει πως κουράστηκε κι αυτός. Πως θέλει να τον αφήσω να φύγει, ό,τι ήταν να μου πει μου το ’πε. Ανέβηκα στην Εγνατία. Απρόθυμα άφησα κι αυτόν και το λιμάνι. Πριν κλείσει την πόρτα ενός μπλε ταξί μού λέει «άκου να δεις, με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία με τα κεσάτια της. Δε μυρμηγκιάζει πια η ομορφιά στα παραβαρδάρια -κάτι έχει αλλάξει, αρχίσαμε κι εδώ τα καμώματα της Αθήνας».

Και χάθηκε μες στη νύχτα της Σαλονίκης το μπλε ταξί που εδώ και χρόνια, από τότε που το πνεύμα του ποιητή τον εγκατέλειψε, τον πάει βόλτες στα όνειρα των ανθρώπων. Να το πάλι το «τέλος εποχής» αναβοσβήνει σε βιτρίνες. Κυριεύει την πόλη.