ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Θανασέκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πλούσιος ο ανοιχτός διάλογος γύρω από τη «μετάλλαξη» ή τη «μετεξέλιξη» του ΣΥΡΙΖΑ. Tο λιγότερο που θα περιμέναμε ωστόσο θα ήταν να έχουν αντληθεί τα διδάγματα της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας του δικομματισμού και των εναλλασσόμενων κυβερνητικών σχημάτων μεταξύ συντηρητικών κομμάτων, ταξικά ταγμένων στο νεοφιλελεύθερο δόγμα, και σοσιαλδημοκρατικών-σοσιαλιστικών κομμάτων που υιοθέτησαν εκουσίως τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές και πολιτικές επιλογές.

Εκ περιτροπής ή ακόμα και με κυβερνητικούς συνασπισμούς εφαρμόζουν και προωθούν τις διάφορες πτυχές του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Κατά κανόνα, πειθαρχώντας και ενσωματώνοντας στο σύστημα τις ιστορικά κοινωνικές τους βάσεις, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα καλούνται να εκτελέσουν τις νεοφιλελεύθερες επιταγές ετοιμάζοντας το έδαφος των συντηρητικών που τους διαδέχονται για να ολοκληρώσουν το έργο της δημοσιονομικής προσαρμογής με τις συνεπάγουσες κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.

Αυτό θα πράξει και η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η Ν.Δ. καλείται να ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός είναι ο «κανόνας» και η κοινοβουλευτική «κανονικότητα» της πρόσφατης ιστορικής εμπειρίας του δικομματισμού ή των κυβερνητικών συμμαχιών εκ περιτροπής, «κανονικότητα» στην οποία ένας ορισμένος «αυτοστοχασμός» της Προοδευτικής Συμμαχίας μάς καλεί να συναινέσουμε και να προσαρμοστούμε. Είναι μια από τις ερμηνείες της εκτίμησης του εκλογικού αποτελέσματος της 7ης Ιουλίου ως «μη στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ – δηλαδή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στο «κυβερνητικό παιχνίδι» ως έχει.

«Μετάλλαξη» στον βωμό της «κανονικότητας»;

Το εγχείρημα αυτό αποσιωπά ωστόσο ότι ο ηγεμονικός «κανόνας» και η ηγεμονική «κανονικότητα» του σήμερα είναι: α) το νεοφιλελεύθερο δόγμα στο οικονομικό επίπεδο (με διάφορα μίγματα), β) η απορρύθμιση των σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου και η ασυδοσία του τελευταίου στο κοινωνικό επίπεδο, και γ) το καθεστώς έκτακτης ανάγκης στο πολιτικό επίπεδο (που απορρέει από τη βαθιά κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – «δημοκρατίες illibérales» όπως ονομάστηκαν).

Στη Γαλλία, η «κανονικότητα» του δικομματισμού και των εκ περιτροπής κυβερνήσεων οδήγησε στη συντριβή των δύο πρωταγωνιστών, των κλασικών συντηρητικών και των σοσιαλιστών. Στα ερείπιά τους αναδύθηκε το ψευτο-βοναπαρτιστικό φαινόμενο Μακρόν που ολοκληρώνει σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης και βίαιης καταστολής το ήδη άγριο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα του Ολάντ, εδραιώνοντας παράλληλα την Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν ως κύριο εκφραστή της αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστικά ήταν από την άποψη αυτή τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στη χώρα του Βολτέρου.

Στη Γερμανία, η ίδια «κανονικότητα» οδήγησε στην επιταχυνόμενη πτώση των σοσιαλδημοκρατών και τη σημαντική αποδυνάμωση του CDU, με τα συνακόλουθα που ξέρουμε, σημαντική άνοδο της Ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Στο Βέλγιο, η συνεχής επί δύο δεκαετίες πτώση του σοσιαλιστικού κόμματος είναι το τίμημα της ίδιας πολιτικής, επιβαρυμένης από τα πολιτικά αδιέξοδα, διακυβέρνησης που προκαλεί στο θεσμικό πλαίσιο του φεντεραλισμού ο διχασμός Νότου και Βορρά.

Ας σημειωθεί ότι σ’ αυτή τη συχνά «ακυβέρνητη πολιτεία» που φημίζεται ως η κατ’ εξοχήν χώρα του «συμβιβασμού» (compromis à la belge), η πτώση των σοσιαλιστών συνοδεύτηκε τόσο από τη σημαντική άνοδο των εθνικιστικών κομμάτων της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς όσο και από την ανάδειξη μιας ιδιόμορφης ριζοσπαστικής Αριστεράς, του Κόμματος Εργατών Βελγίου, με πρωτοφανή εκλογικά αποτελέσματα που αρνείται πεισματικά κάθε κυβερνητική συμμετοχή.

Στην Ισπανία, η αντίστοιχη με την Ελλάδα ριζοσπαστική Αριστερά (Podemos), σχετικά αποδυναμωμένη, μάλλον διστάζει να επιφορτιστεί με το τίμημα μιας κυβερνητικής φθοράς, ενώ παράλληλα το ακροδεξιό Vox καραδοκεί. Τα της Ιταλίας τα ξέρουμε. Ο «κανόνας» και η «κανονικότητα» οδηγούν είτε σε εκτρώματα είτε σε πολιτικά αδιέξοδα με αλλεπάλληλες κρίσεις διακυβέρνησης – είτε και στα δύο μαζί.

Στην Ελλάδα αντίθετα, η κατάρρευση της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ) στον στρόβιλο της κρίσης αντισταθμίστηκε με την ταχεία μαζικοποίηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς (2012-2015) και τη μετέπειτα εκτόξευσή της στα κυβερνητικά έδρανα (2015-2019). Την επομένη των πρόσφατων εθνικών εκλογών, οι δύο πρωταγωνιστές όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκαν, αλλά ο μεν «νικητής των ηττημένων» σταθεροποιήθηκε ως κύριος πυλώνας του λεγόμενου «προοδευτικού χώρου», η δε Ν.Δ., παραδόξως πώς, ενισχύθηκε ουσιαστικά κάνοντας έτσι ανέφικτη προς το παρόν την ανάδυση φαινομένων τύπου Μακρόν.

Κατόρθωσαν επιπλέον να μηδενίσουν ή να απορροφήσουν ακροαριστερά και κεντρώα σχήματα, όπως επίσης και να αποβάλουν από το Κοινοβούλιο το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής – μέρος του οποίου ωστόσο απορροφήθηκε εκλογικά από τη συντηρητική παράταξη, ενώ στελέχη του επέστρεψαν στην πατρική τους στέγη: το βαθύ κράτος και το παρακράτος. Οσο για την ελάσσονα αντιπολίτευση (ΚΙΝ.ΑΛΛ.) το μέλλον της είναι άκρως αμφίβολο. Οι αναφορές στις ένδοξες σελίδες του παπανδρεϊσμού δεν έχουν κανένα ουσιαστικό κοινωνικό αντίκρισμα.

Για ορισμένους θεωρητικούς της Προοδευτικής Συμμαχίας, αυτή η ελληνική, αν όχι εξαίρεση, τουλάχιστον ιδιομορφία, δηλώνει την ιστορική δυνατότητα μιας «νέας ηλικίας», ενός «νέου κύκλου» για τη σοσιαλδημοκρατία, μιας επαναθεμελίωσής της στις συνθήκες της «νέας εποχής», εποχή για την οποία ωστόσο δεν διαθέτουμε παρά απλουστευμένες γενικεύσεις: διεθνικοποίηση της οικονομίας, 4η βιομηχανική επανάσταση, αυτοματισμός, ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη, κοινωνία της γνώσης, αναβάθμιση των μη υλικών διεκδικήσεων, κλιματική αλλαγή κ.λπ.

Η σχετική αντοχή της ισπανικής, της πορτογαλικής και της ολλανδικής σοσιαλδημοκρατίας εν μέσω κρίσης, όπως επίσης και η ανάδειξη αριστερών φυγόκεντρων δυνάμεων τόσο εντός του Εργατικού κόμματος της Αγγλίας (J. Corbyn) όσο και εντός των Δημοκρατών στις Ηνωμένες Πολιτείες (B.Sanders) αναφέρονται συχνά ως στοιχεία επιβεβαίωσης μιας τέτοιας ιστορικής εκτίμησης για το μέλλον των «προοδευτικών κεντροαριστερών συμμαχιών» οι οποίες σε βάθος χρόνου θα μπορούσαν να αντιστρέψουν τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη.

Ενα τέτοιο εγχείρημα δεν αντέχει ωστόσο μια στοιχειώδη κριτική. Ολα δείχνουν ότι ο ιστορικός κύκλος της σοσιαλδημοκρατίας ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του ΄70 με τον απροκάλυπτο προσηλυτισμό της στον νεοφιλελευθερισμό.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, για πολλούς, η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στην «κανονικότητα» και η «μετάλλαξή» του σε συστημικό-εναλλακτικό κόμμα διακυβέρνησης και διαχείρισης της «εκσυγχρονιστικής» νεοφιλελεύθερης πολιτικής με «αριστερό πρόσημο» και προς «όφελος των πολλών», έχει ήδη αρχίσει από τον «επώδυνο συμβιβασμό» του 2015 και οφείλει να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί στο προσεχές μέλλον στο πλαίσιο του δικομματισμού.

Επ’ αυτού, καλό είναι να ακούσουμε τις συμβουλές και τις οδηγίες της κυβερνώσας παράταξης, των υπουργών και των στελεχών της Ν.Δ. Ολοι τους συμβουλεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ να «ωριμάσει», να προσαρμοστεί στην «πολιτισμένη» πολιτική κουλτούρα του δικομματισμού και να περιοριστεί στον θεσμικό ρόλο μιας αξιοπρεπούς, αξιόπιστης και εποικοδομητικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, θεσμική συμπεριφορά που προϋποθέτει βέβαια, σύμφωνα με τους ίδιους, την αποκήρυξη των ριζοσπαστικών και κινηματικών καταβολών του – την «παιδική του αρρώστια». Το ίδιο περίπου ηγεμονικό άσμα ακούμε και από την πλευρά παραγόντων της Προοδευτικής Συμμαχίας.

Ωστόσο δεν μπορούμε να λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο, να κάνουμε αφαίρεση της κοινωνίας. Οι διαθέσεις του κυβερνητικού επιτελείου και της Ν.Δ. είναι σαφείς: πίσω από τα επικοινωνιακά περιτυλίγματα (μιλάνε για οικονομικά μέτρα με «κοινωνικό πρόσημο»!), ακραίος νεοφιλελευθερισμός και ακραίος αυταρχισμός.

Τι θα κάνει η κοινωνία, θα μείνει αδρανής, θεατής, ή θα αντιδράσει απέναντι στα αναμενόμενα μέτρα; Βέβαια, το πώς θα αντιδράσει η κοινωνία είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Θα ήταν ωστόσο ριψοκίνδυνο να απορρίψουμε εκ των προτέρων το ενδεχόμενο μαζικών αντιδράσεων. Είναι σαφές ότι οι κινητοποιήσεις δεν «παραγγέλνονται» ούτε «διατάσσονται» ούτε και τα «πιάτα ξανασερβίρονται» (επανάληψη κινητοποιήσεων του 2012-2015).

Οσο για τις οργανωμένες από επάνω «πορείες διαμαρτυρίας» εξαντλούνται όπως πάντα σε θλιβερές τελετουργικές επαναλήψεις. Ξέρουμε ωστόσο ότι τα κοινωνικά αντανακλαστικά που απαντούν στις εκάστοτε τρέχουσες κυβερνητικές πρωτοβουλίες έχουν τη δική τους δυναμική, τη δική τους λογική, συχνά απρόβλεπτη. Ο αμείλικτος κατασταλτικός μηχανισμός που έχει ήδη ενεργοποιηθεί από τον «υπουργό Ασφάλειας» της Ν.Δ. μπορεί να πυροδοτήσει αναπάντεχα γεγονότα που με τη σειρά τους μπορούν να πυροδοτήσουν άλλες δυναμικές μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ…

Το τι θα πράξει η κοινωνία και ποια θα είναι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ επ’ αυτού είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν από σήμερα τόσο τους «θεσμούς» όσο και το «επιτελικό κράτος» της Ν.Δ. Ο Γιάννης φοβάται το θεριό και το θεριό τον Γιάννη. Δεν αποκλείεται οι «θεσμοί» να είναι πιο επιεικείς απέναντι στον Μητσοτάκη απ’ ό,τι ήταν απέναντι στον Τσίπρα, έτσι ώστε να αποφευχθούν επιταχυνόμενες κοινωνικές αναταραχές, πράγμα που εξυπηρετεί τόσο τη Ν.Δ. όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ στο ποσοστό βέβαια που θα έχει επιλέξει τον δραστικό περιορισμό του στον ρόλο μιας κριτικής, αξιόπιστης και εποικοδομητικής αντιπολίτευσης.

Αν τελικά η επιλογή αυτή επικρατήσει, σε περίπτωση κλιμακωμένων κοινωνικών αντιδράσεων, δεν αποκλείεται ο ΣΥΡΙΖΑ να παίξει ρόλο χειραγωγού και ρυθμιστή των εξωκοινοβουλευτικών αγώνων ως μοχλός αξιοποίησης της αντιπολιτευτικής του στρατηγικής με αποδέκτη βέβαια τους «θεσμούς»: να τους πείσει ότι είναι ο μόνος ικανός να βγάλει εις πέρας το πρόγραμμα προσαρμογής που άρχισε ο ίδιος από το 2015. Η περίφημη διακυβέρνηση εκ περιτροπής. Αν έτσι εξελιχθούν τα πράγματα, οι «θεσμοί» είναι ικανοί να θυσιάσουν τον Μητσοτάκη. Ο λόγος στην κοινωνία λοιπόν και τα σενάρια πολλά.

Σε θεωρητικό επίπεδο, κάποιοι αναφέρονται στον Γκράμσι και ιδιαίτερα στις σκέψεις του περί «ηγεμονικής κουλτούρας» για να θεμελιώσουν τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα συναίνεσης και προσαρμογής στον «κανόνα» και στην «κανονικότητα» του δικομματισμού. Ξέρουμε ότι ο Γκράμσι και η θεωρία του αυτή τυγχάνει πολλών χρήσεων, από τους άκρως συντηρητικούς και τη «Νέα Δεξιά» (βλέπε δηλώσεις του άκρως συντηρητικού Laurent Vauquiez και της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία) έως την άκρα Αριστερά περνώντας από τους τέως ευρωκομμουνιστές.

Στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε συστημικό κόμμα διακυβέρνησης επιβάλλεται στο ποσοστό που η προσαρμογή και η υπακοή στον «κανόνα» και στην «κανονικότητα» συνιστούν, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, την ηγεμονική κουλτούρα και ιδεολογία που απαιτεί η λεγόμενη «νέα εποχή». Τραγική ερμηνεία του Γκράμσι.

*Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες