ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φοίβος Γκικόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη γνωστή αναφορά του Μαρξ, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Βέβαια το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων είναι το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, αλλά και το σύνολο των επικοινωνιακών σχέσεων. Από τις δύο αυτές διαστάσεις δεν μπορούμε να πούμε ότι η μία γεννιέται από την άλλη: είναι και οι δύο διαστάσεις σε βάθος, δεν γενικεύονται σε όρους δομής και υποδομής.

Οπως οι σχέσεις παραγωγής αντιπροσωπεύουν μια σημαντική στιγμή από την οποία μπορούμε να μιλήσουμε για άτομα, με τον ίδιο τρόπο και η γλωσσική διάσταση είναι συνθήκη απαραίτητη απ’ όπου μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε για υποκείμενα, επικοινωνούντα πρόσωπα. Από τη στιγμή λοιπόν που υπάρχουν αυτά τα δύο επίπεδα κοινωνικής δραστηριότητας, καθένα με τη δική του ιδιαίτερη χρονική διάρκεια, πώς θα ορίζαμε το πρόβλημα της ιστορικότητας της λογοτεχνίας;

Είναι προφανές ότι τα κείμενα ακολουθούν χρονικά το ένα το άλλο. Τα κείμενα που γράφονται σήμερα πρέπει να ενώνονται με εκείνα που είχαν γραφτεί χθες, από τη στιγμή που εντάσσονται στην ιδέα της «λογοτεχνίας» κι από την άλλη μεριά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία τα διαφοροποιεί σημαντικά: το πρόβλημα λοιπόν είναι πώς να εισάγεις τον χρόνο στη δομή.

Η παραγωγική δομή είναι, από μαρξιστική σκοπιά, μια δομή εσωτερικά αντιφατική, δηλαδή μια δομή ιστορικά κατασκευασμένη που κυριαρχείται από τη σύγκρουση και την αντίθεση ανάμεσα σε δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Αντίθετα, οι γλωσσικές δομές είναι εν μέρει συμβατικές δομές, τυπικές, οπλισμένες με λογική, που χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή η επικοινωνία. Ετσι λοιπόν η ιστορικότητα της γλώσσας σε κάθε γλωσσικό έργο και κυρίως στα λογοτεχνικά έργα εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο δομές, των παραγωγικών σχέσεων και των επικοινωνιακών σχέσεων, εκ των οποίων μόνο η πρώτη είναι δυναμικά ενδογενής και μπορεί για αυτό να θεωρηθεί κυρίαρχη.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής επεμβαίνει στη γλωσσικο-επικοινωνιακή δομή, ώστε να μπορούμε να έχουμε λογοτεχνικές φόρμες που πραγματοποιούν ιστορικούς καθοριστικούς φορμαλισμούς. Και η κριτική ενδιαφέρεται για την ιστορικότητα των λογοτεχνικών αντικειμένων∙ όταν λέμε ότι το νόημα ενός έργου παράγεται στο επίπεδο της πρόληψης, είναι το αποτέλεσμα μιας δραστηριότητας που αφαιρεί το έργο από την απομόνωσή του ως μοναδικό κείμενο θέτοντας σε σχέση δύο χρονικά επίπεδα, εκείνο που προσλαμβάνει κι εκείνο όπου τοποθετείται το έργο.

Υπάρχει, για παράδειγμα, μια ανάγνωση της «Θείας κωμωδίας» από τον ιστορικό της ιταλικής λογοτεχνίας, Φραντσέσκο ντε Σάνκτις (1817-1883), και μια ανάγνωση από τον Τ. Σ. Ελιοτ (1888-1956). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανάγνωση του Ντε Σάνκτις είναι να φέρει στην επικαιρότητα τον Δάντη σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον, που επέβαλλε μια ρεαλιστικο-ρομαντική ερμηνεία∙ η ανάγνωση του Ελιοτ είναι μια μεταφορά στην επικαιρότητα του δαντικού κειμένου σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, εκείνο των αγγλο-αμερικανικών πρωτοποριών που είχαν μια άλλη ιστορικο-κοινωνική απεικόνιση και ξεκινούσαν από μια άλλη ιδέα της πραγματικότητας και των αντίστοιχων αντικειμένων της εμπειρίας. Το νόημα λοιπόν παράγεται ακριβώς από την Ιστορία. Η «Θεία κωμωδία» είναι ένα σύστημα σημείων που ζωντανεύει και παράγει ένα νόημα σε σχέση με έναν αναγνώστη.

Υπάρχει στην κριτική παράδοση σήμερα μια άλλη ιδέα της τέχνης σαν παιχνίδι και γλωσσική μηχανή, σύμφωνα με την οποία το έργο δεν θα είχε καμιά ιστορία απο τη στιγμή που η παρτίδα που παίζεται είναι πάντα η ίδια και ο παίκτης είναι πάντα κάτω από την επιτήρηση των κανόνων του παιχνιδιού. Αλλά η παραγωγή – πρόσληψη – νέα παραγωγή είναι, αντίθετα, μια δραστηριότητα που διατηρεί σε κίνηση την επικοινωνία καταργώντας όλες τις χρηστικές φόρμες όπου η δύναμη των θεσμών και η εξουσία των κυρίαρχων τάξεων τείνει να ορίσει. Οι δύο αντικρουόμενες ερμηνείες του «παιχνιδιού» τη μια ευνοούν τον παίκτη στο υπέρτατο παιχνίδι της ρομαντικής υποκειμενικότητας, την άλλη στους κανόνες και στις ανάγκες του παιχνιδιού αφήνοντας και οι δύο κατά μέρος την πλοκή των κοινωνικών σχέσεων και την απαραίτητη συνθήκη για να υπάρχει δραστηριότητα.

Κι εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπαχτίν που μίλησε για μια μετα-γλωσσική δραστηριότητα ή, πιο σωστά, για μια υπερ-γλωσσική δραστηριότητα. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνουμε μια σύντομη αναφορά και στον γλωσσολόγο Εμίλ Μπενβενίστ, ο οποίος μελετώντας τις προσωπικές αντωνυμίες πρώτου και δευτέρου προσώπου τούς αποδίδει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερη γραμματική λειτουργία.

Πράγματι όποιος μιλάει λέγοντας «εγώ» παίρνει την υπόσταση ενός ατόμου∙ το «εγώ» εκείνου που μιλάει δεν παραπέμπει σε κάποιο νόημα ή σε μια άλλη πραγματικότητα, όπως αντίθετα συνήθως κάνει ένα σημείο: δεν είναι έτσι οι προσωπικές αντωνυμίες πρώτου και δεύτερου προσώπου που αναφέρονται στην επικοινωνιακή πράξη, ενώ, ως αντωνυμίες, δεν έχουν τη λειτουργία να παρουσιάζουν ένα άλλο όνομα. Αυτές ενεργοποιούν το «εγώ» ως ενέργεια και επιβεβαιώνουν την αντικειμενικότητα της γλώσσας. Πρέπει λοιπόν να διαβάσουμε τον Μπαχτίν έχοντας στον νου αυτή τη σημείωση, ξεκινώντας από την ιδέα του υποκειμένου που μιλάει ως ενέργεια ή κέντρο της διατυπωμένης δραστηριότητας και της γραφής ως λεκτική δραστηριότητα.

*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ