ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Τσουράκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρόσφατα (Ιούνιος 2019) ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η αξιολόγηση των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το σύνολο των 28 κρατών-μελών και για το καθένα ξεχωριστά [1].

Υπενθυμίζεται ότι τα ΕΣΕΚ που έχουν υποβληθεί από τα κράτη-μέλη το προηγούμενο διάστημα (η Ελλάδα υπέβαλε το δικό της τον Ιανουάριο του 2019 [2]) περιγράφουν τον οδικό χάρτη για το έτος 2030 (περίοδος 2021-2030), προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η συνισταμένη των ΕΣΕΚ των κρατών-μελών επιτυγχάνει τους κεντρικούς ευρωπαϊκούς στόχους για το ίδιο έτος.

Σε επίπεδο Ε.Ε. (για το σύνολο των κρατών-μελών), η αξιολόγηση αναφέρει ως προς την επίτευξη των κεντρικών στόχων μεταξύ άλλων τα εξής:

● Στους τομείς εκτός Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) επιτυγχάνεται μείωση κατά 28% έναντι στόχου 30%.

● Για την εξοικονόμηση ενέργειας (ΕΞΕ) εκτιμάται ότι επιτυγχάνεται ποσοστό 26,5%-30,7% έναντι στόχου 32,5%.

● Για το στόχο 32% ΑΠΕ, εκτιμάται ότι επιτυγχάνεται ποσοστό 30,4%-31,9%.

Επομένως, αν και η επίτευξη των στόχων διαφαίνεται εφικτή, εμφανίζονται μικρές μεν, αλλά σημαντικές υστερήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι υστερήσεις αυτές μπορούν να καλυφθούν με τα οριστικά ΕΣΕΚ στο τέλος του 2019.

Οσον αφορά την Ελλάδα, η αξιολόγηση είναι σαφώς θετική. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «το ελληνικό ΕΣΕΚ είναι μια αρκετά καλά αναπτυγμένη στρατηγική που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των σημαντικών τομέων και παρέχει μια περιεκτική αφήγηση των στόχων, των πολιτικών και των μέτρων που καταγράφουν τις θετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαστάσεων σε ικανοποιητικό βαθμό». Επιπλέον, στην αξιολόγηση επισημαίνεται ότι το ελληνικό ΕΣΕΚ είναι το μόνο που έχει θέσει στόχους για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.

Φυσικά, υπάρχουν και συστάσεις προς την Ελλάδα για βελτίωση του ΕΣΕΚ. Ισως η πιο σημαντική είναι ότι ο στόχος για την εξοικονόμηση ενέργειας εμφανίζεται ανεπαρκώς φιλόδοξος.

Αναφέρεται όμως ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ιδιαίτερη οικονομική κατάσταση της χώρας τα προηγούμενα χρόνια (η οποία είχε επιπτώσεις στην πρωτογενή και τελική κατανάλωση ενέργειας), καθώς και ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση του κεντρικού ευρωπαϊκού στόχου, με αποτέλεσμα να απαιτείται επιπλέον προσπάθεια από το σύνολο των κρατών-μελών.

Σε κάθε περίπτωση, στο ΕΣΕΚ προβλέπεται ήδη ότι για την επίτευξη του στόχου εξοικονόμησης απαιτείται ρυθμός ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος άνω του ευρωπαϊκού μέσου του 1% κατ’ έτος. Στον τομέα των κατοικιών ο στόχος αυτός μεταφράζεται σε 40 χιλιάδες κατοικίες κατ’ έτος.

Λίγο νωρίτερα (Μάιος 2019) είχε δημοσιευτεί μια ανεπίσημη συγκριτική αξιολόγηση των ΕΣΕΚ από το Ecologic Institute της Γερμανίας και τη βρετανική εταιρεία συμβούλων Climact για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για το Κλίμα (European Climate Foundation) [3], στην οποία το ΕΣΕΚ της Ελλάδας λαμβάνει την 3η θέση ανάμεσα στα Σχέδια των 28 κρατών-μελών.

Η συγκεκριμένη αξιολόγηση των ΕΣΕΚ αναφέρεται σε τρεις άξονες:

1. Επάρκεια εθνικών στόχων (στο πλαίσιο στόχου κλιματικής ουδετερότητας το 2050)

2. Πληρότητα και λεπτομέρεια περιγραφής των πολιτικών

3. Ποιότητα και συμπερίληψη της διαδικασίας εκπόνησης του Σχεδίου.

Ανάμεσα στα κράτη-μέλη η Ελλάδα είναι δυσανάλογα ψηλά στην αξιολόγηση, παρά το ότι οι κεντρικοί ευρωπαϊκοί στόχοι (32% ΑΠΕ, 32,5% ΕΞΕ κ.λπ.) θεωρούνται για τη συγκεκριμένη έκθεση μίνιμουμ φιλοδοξίας για κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά.

Η συγκεκριμένη έκθεση βάζει τον πήχη τόσο ψηλά, που όλες οι χώρες βαθμολογούνται «κάτω από τη βάση» εκτός από την Ισπανία (η οποία βαθμολογείται με 5,24 με άριστα το 10), προφανώς σε μια προσπάθεια να πιέσει όλη την Ευρώπη και κάθε χώρα ξεχωριστά να υιοθετήσουν πιο φιλόδοξους στόχους.

Αυτό όμως σημαίνει ότι π.χ. η Σουηδία θεωρείται φιλόδοξη ακόμα και αν δεν αυξήσει καθόλου το ποσοστό ΑΠΕ, αφού το 2016 ήταν ήδη στο 54%. Ενώ η Ελλάδα που στοχεύει αντίστοιχα να πάει από 15% ΑΠΕ το 2016 σε 31-32% το 2030 δε θεωρείται ιδιαίτερα φιλόδοξη σε αυτή την αξιολόγηση.

Επί της ουσίας, το ελληνικό ΕΣΕΚ είναι προφανώς αρκετά φιλόδοξο, δεδομένου ότι η χώρα έχει θέσει στόχο για τις ΑΠΕ το 31% (ή 32%, ανάλογα με την τελική μεθοδολογία για την προσμέτρηση της συνεισφοράς των ΑΠΕ για ψυκτικές ανάγκες) και για την Εξοικονόμηση Ενέργειας το 32,5%, δηλαδή έχει πρακτικά υιοθετήσει τους κεντρικούς ευρωπαϊκούς στόχους ως εθνικούς, επομένως έχει αναλάβει μεγαλύτερο «βάρος» από αυτό που της αναλογεί. Αλλωστε, ο δεσμευτικός στόχος μείωσης των εκπομπών εκτός ΣΕΔΕ σε σχέση με το 2005 προβλέπεται να ξεπεραστεί κατά 15% (31% μείωση σε σχέση με τα επίπεδα του 2005, αντί για 16% που είναι ο υποχρεωτικός στόχος για την Ελλάδα).

Ενδεικτικά, όποιος έχει εικόνα του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας αντιλαμβάνεται εύκολα ότι π.χ. ο στόχος για τις ΑΠΕ είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος για την Ελλάδα, καθώς η επίτευξή του προϋποθέτει να γίνουν οι ΑΠΕ έως το 2030 η κύρια πηγή ηλεκτροπαραγωγής της χώρας (56% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας το 2030 από 24,5% το 2017), θέση που κατέχουν τα ορυκτά καύσιμα εδώ και πολλές δεκαετίες.

Για να γίνει αυτό πρέπει να εγκαθιστούμε ΑΠΕ με ρυθμούς που δεν έχει ξαναδεί η χώρα εκτός από την περίοδο 2011-2013 κυρίως με τα φωτοβολταϊκά, όπου όμως έγινε αν μη τι άλλο με ανορθολογικό τρόπο. Εκτός αυτού, το ηλεκτρικό σύστημα πρέπει να μετασχηματιστεί ριζικά, καθώς αυτοί οι στόχοι μεταφράζονται σε επίπεδο λειτουργίας σε στιγμιαίες διεισδύσεις ΑΠΕ ύψους 90-95%.

Τέλος, υπογραμμίζεται ότι μετά το 2030 θα υπάρχουν και επιπλέον μέτρα τα οποία δεν έχουν προβλεφθεί στο ΕΣΕΚ (που αφορά την περίοδο 2021-2030). Για τον λόγο αυτό οι προβλέψεις που εμφανίζονται στο ΕΣΕΚ για το 2040 είναι απλή προέκταση του μοντέλου μετά το 2030, οι οποίες αποτυπώνονται ενδεικτικά και προφανώς δεν αντιστοιχούν σε στόχους της χώρας.

Η Ελλάδα έχει ξεκινήσει και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική για το 2050 (που θα ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2019), εκκινώντας από τους στόχους που επιτυγχάνει το ΕΣΕΚ έως το 2030 και με ενδιάμεσα ορόσημα για το 2040.

Βάση για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική είναι το όραμα που έχει θέσει σε διαβούλευση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για μία κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη έως το 2050, καθώς και το σενάριο κλιματικής ουδετερότητας της ίδιας της Ελλάδας στον ίδιο ορίζοντα.

Συμπερασματικά, το ΕΣΕΚ έχει πλέον και έξωθεν καλές μαρτυρίες, επίσημες και ανεπίσημες. Βεβαίως ο διάλογος συνεχίζεται, όπως για το αν πρέπει οι στόχοι να γίνουν ακόμα πιο φιλόδοξοι, ιδίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η χώρα, πάντως, υποστήριξε πέρυσι στο Συμβούλιο Υπουργών την αύξηση των κεντρικών στόχων που αποφασίστηκε τελικά, έχει ένα σχέδιο με το οποίο υπερακοντίζονται οι στόχοι μείωσης των εκπομπών που προβλέπονται από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, και στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής στις 20 Ιουνίου τάχθηκε με την πλειονότητα των χωρών που υποστήριξαν τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας το 2050.

* Δρ Μηχανικός ΕΜΠ, πρώην σύμβουλος υπουργού ΠΕΝ


[1] ec.europa.eu/energy

[2] www.ypeka.gr
[3] europeanclimate.org